Μια φορά κι έναν καιρό, στην καρδιά του Μαγεμένου Δάσους, εκεί όπου τα δέντρα ψιθυρίζουν μυστικά και τα λουλούδια φωσφορίζουν το βράδυ, ζούσε μια παρέα από μικρά ξωτικά της φύσης.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε η Λεονή, ένα πανέμορφο ξωτικό με μεγάλα, ροζ φτερά σαν της πεταλούδας και ένα απαλό, βελούδινο καπέλο. Η Λεονή είχε μια πολύ ξεχωριστή αποστολή στο δάσος: ήταν η προστάτιδα των παραμυθιών και των αστεριών. Μαζί με τους φίλους της, τον μικρό Όλιβερ που έπαιζε μια μαγική φλογέρα από καλάμι και τη μικρή Άμπερ με τα πράσινα φτερά, φρόντιζαν να κρατούν το δάσος πάντα γεμάτο χαρά και φως.
Στη μέση του καθαρού ξέφωτου στεκόταν το Μεγάλο Δέντρο των Ξωτικών. Ο κορμός του ήταν γεμάτος από μικρά, ξύλινα σπιτάκια με φωτεινά παράθυρα και μπαλκονάκια, όπου έμεναν τα πουλιά του δάσους. Από ένα ψηλό κλαδί κρεμόταν ένα μεγάλο, χρυσό φανάρι που δεν έσβηνε ποτέ, σκορπίζοντας μια ζεστή, καθησυχαστική
λάμψη σε όλη την περιοχή.
Εκείνο το απόγευμα, η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη ανυπομονησία. Τα πουλιά κελαηδούσαν το «Χαρούμενο Τραγούδι» της άνοιξης και μια μικρή, χάρτινη βάρκα έπλεε ήσυχα στην κρυστάλλινη λίμνη, ανάμεσα σε χιλιάδες αγριολούλουδα και μανιτάρια.
— Κοιτάξτε ψηλά! φώναξε ξαφνικά η Λεονή, δείχνοντας με το δάχτυλό της τον καταγάλανο ουρανό.
Μια μαγική σπείρα από φωτεινά αστέρια και μικροσκοπικές νεράιδες άρχισε να στροβιλίζεται στον αέρα. Ήταν το σημάδι πως η νύχτα πλησίαζε και πως ήρθε η ώρα για το πιο όμορφο κομμάτι της ημέρας.
Τα μικρά ξωτικά μαζεύτηκαν γύρω από τη Λεονή, κάθισαν στο













