Μια φορά κι έναν καιρό, στις παγωμένες κορυφές των Ελβετικών Άλπεων, εκεί που οι παγετώνες κατοικούν αιώνια, γεννήθηκε ο Ρούντι. Όταν ήταν ακόμα βρέφος, η μητέρα του έχασε τη ζωή της πέφτοντας σε μια χαράδρα του παγετώνα Λουτσίνε. Ο μικρός Ρούντι βρέθηκε στην αγκαλιά του πάγου, και η Νεράιδα των Πάγων, η κυρίαρχος των κρυστάλλινων σπηλαίων, τον φίλησε. «Δικός μου είσαι! Πάνω στη γη σε άφησα για τώρα, αλλά το φιλί μου το κρατάς βαθιά μέσα σου», ψιθύρισε η παγωμένη θεά. Ο Ρούντι σώθηκε από θαύμα, αλλά το βλέμμα του έμεινε για πάντα καθαρό και ψυχρό σαν το κρύσταλλο. Μεγαλώνοντας έγινε ο πιο ξακουστός κυνηγός, ικανός να σκαρφαλώνει εκεί που κανείς άλλος δεν
τολμούσε. «Πρόσεχε τις απόκρημνες κορυφές, εκεί παραμονεύει η Νεράιδα», του έλεγαν οι γέροι, αλλά εκείνος γελούσε: «Το βουνό είναι το σπίτι μου, δεν φοβάμαι τον πάγο». Η καρδιά του όμως δόθηκε στη Μπαμπέτ, την κόρη του πλούσιου

μυλωνά. Ο μυλωνάς, θέλοντας να τον δοκιμάσει, του είπε περιπαικτικά: «Αν μου φέρεις το αετόπουλο από την πιο ψηλή και απόκρημνη κορυφή, τότε μόνο θα σου δώσω το χέρι της κόρης μου». Ο Ρούντι τον κοίταξε στα μάτια και απάντησε: «Θα το έχετε πριν δύσει ο ήλιος». Πράγματι, αψηφώντας τους ανέμους, ανέβηκε στους γκρεμούς και έφερε το αετόπουλο, κερδίζοντας την αγαπημένη του. Καθώς οι γάμοι πλησίαζαν, το ζευγάρι επισκέφθηκε το Μοντρέ. Εκεί, μια μέρα που ο Ρούντι ένιωσε ζήλια για έναν ξάδερφο της Μπαμπέτ, έφυγε μόνος του στα βουνά. Μέσα στην ομίχλη συνάντησε μια πανέμορφη κοπέλα. «Πιες από το κρασί μου, κυνηγέ, θα σε ζεστάνει», του είπε εκείνη με φωνή που έμοιαζε με το κελάρυσμα του νερού. «Ποια είσαι εσύ που γυρνάς μόνη στα ύψη;» τη ρώτησε ο Ρούντι. «Είμαι αυτή που ζητάει αυτό που της ανήκει»,