Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ο ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

 

Ο ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

HANS CHRISTIAN ANDERSEN

Ο φτωχός Γιοχάνες ήταν πολύ λυπημένος, γιατί ο πατέρας του ήταν βαριά άρρωστος και δεν μπορούσε πια να ζήσει. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο μικρό δωμάτιο εκτός από τους δυο τους. Η λάμπα πάνω στο τραπέζι άρχιζε να τρεμοσβήνει και ήταν αργά το βράδυ.



«Ήσουν ένας καλός γιος, Γιοχάνες», είπε ο άρρωστος πατέρας. «Ο Κύριος θα σε βοηθήσει να προκόψεις στον κόσμο». Και τον κοίταξε με τα σοβαρά, ευγενικά του μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα και πέθανε. Έμοιαζε σαν να κοιμόταν.

Ο Γιοχάνες έκλαψε πικρά. Τώρα δεν είχε κανέναν στον κόσμο, ούτε πατέρα ούτε μητέρα, ούτε αδέλφια. Ο φτωχός Γιοχάνες! Γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι, φίλησε το χέρι του νεκρού πατέρα του και έχυσε πολλά, καυτά δάκρυα. Αλλά στο τέλος τα μάτια του έκλεισαν και αποκοιμήθηκε με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στο σκληρό ξύλο του κρεβατιού.

Τότε είδε ένα παράξενο όνειρο. Είδε τον ήλιο και το φεγγάρι να υποκλίνονται μπροστά του και είδε τον πατέρα του πάλι γερό και δυνατό, και τον άκουσε να γελάει όπως παλιά. Μια πανέμορφη κοπέλα, με ένα χρυσό στέμμα στα μακριά, υπέροχα μαλλιά της, του άπλωσε το χέρι και ο πατέρας του είπε: «Δες τι νύφη κέρδισες. Είναι η πιο όμορφη σε όλο τον κόσμο!»

Όταν ο Γιοχάνες ξύπνησε, όλα αυτά τα ωραία πράγματα είχαν χαθεί. Ο πατέρας του κείτονταν νεκρός και παγωμένος στο κρεβάτι και δεν υπήρχε κανείς μαζί τους.

Την επόμενη εβδομάδα έγινε η κηδεία. Ο Γιοχάνες περπατούσε ακριβώς πίσω από το φέρετρο. Δεν θα έβλεπε ποτέ πια τον καλό του πατέρα, που τον αγαπούσε τόσο πολύ. Άκουσε το χώμα να πέφτει πάνω στο φέρετρο και ένιωσε την καρδιά του να σπαράζει. Έψαλαν έναν ψαλμό, και οι ήχοι του τον έκαναν να κλάψει, αλλά ταυτόχρονα τον παρηγόρησαν. Ο ήλιος έλαμπε ανάμεσα στα πράσινα δέντρα, σαν να ήθελε να πει: «Μη λυπάσαι τόσο, Γιοχάνες. Κοίτα πόσο γαλάζιος είναι ο ουρανός! Εκεί πάνω είναι τώρα ο πατέρας σου και παρακαλάει τον Θεό να σου πάνε όλα καλά».

«Θα είμαι πάντα καλός άνθρωπος», είπε ο Γιοχάνες, «και τότε θα πάω κι εγώ στον ουρανό και θα τον ξαναδώ. Τι ωραία που θα είναι να του διηγούμαι όλα όσα είδα και τι πολλά θα έχουμε να πούμε!»

Ο Γιοχάνες έφτιαξε ένα μικρό δέμα με τα λιγοστά του υπάρχοντα και έβαλε στην τσέπη του όλη του την κληρονομιά: πενήντα τάλιρα και μερικά ψιλά. Με αυτά σκόπευε να βγει στον κόσμο. Αλλά πρώτα πήγε στο νεκροταφείο, στον τάφο του πατέρα του, γονάτισε και είπε: «Αντίο, καλέ μου πατέρα! Θα προσπαθώ πάντα να είμαι έντιμος, και εσύ μπορείς να προσεύχεσαι για μένα από εκεί πάνω».

Στο δρόμο, είδε τις παλιές τριανταφυλλιές που ήταν γεμάτες άνθη. «Βλέπετε πόσο όμορφα είναι όλα;» είπε ο Γιοχάνες. Ένα πουλάκι του τραγούδησε από ψηλά: «Κούκου! Κούκου! Η άνοιξη ήρθε!» Ο Γιοχάνες ένιωσε την ελπίδα να φουντώνει μέσα του.

Το πρώτο βράδυ που έμεινε έξω, έφτασε σε μια παλιά εκκλησία. Επειδή δεν είχε χρήματα για πανδοχείο, αποφάσισε να κοιμηθεί εκεί. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μπήκε μέσα και κάθισε σε μια γωνιά. Καθώς η νύχτα προχωρούσε, είδε δύο κακούς ανθρώπους να μπαίνουν στην εκκλησία. Είχαν έρθει για να βγάλουν έναν νεκρό από το φέρετρό του, επειδή τους χρωστούσε χρήματα όσο ζούσε.

«Σταματήστε!» φώναξε ο Γιοχάνες. «Τι πάτε να κάνετε; Είναι κρίμα κι άδικο να ενοχλείτε τον ύπνο ενός νεκρού!»

«Μας χρωστάει λεφτά!» είπαν οι δυο άντρες. «Δεν μας πλήρωσε και τώρα θα τον πετάξουμε έξω από την εκκλησία σαν σκυλί!»

«Εγώ έχω μόνο πενήντα τάλιρα», είπε ο Γιοχάνες. «Είναι όλη μου η περιουσία, αλλά θα σας τα δώσω αν μου υποσχεθείτε να αφήσετε τον φτωχό νεκρό να αναπαυθεί εν ειρήνη. Μπορώ να ζήσω και χωρίς αυτά. Έχω γερά χέρια και ο Θεός θα με βοηθήσει».

Οι κακοί άνθρωποι πήραν τα χρήματα, γέλασαν με την αφέλεια του Γιοχάνες και έφυγαν. Εκείνος τακτοποίησε πάλι τον νεκρό στο φέρετρο, έκανε τον σταυρό του και συνέχισε τον δρόμο του μέσα στο δάσος, νιώθοντας την καρδιά του ελαφριά.

Καθώς περπατούσε, ένας άντρας τον πλησίασε από πίσω. «Καλημέρα, σύντροφε!» είπε ο ξένος. «Πού πηγαίνεις;» «Βγαίνω στον κόσμο», απάντησε ο Γιοχάνες. «Δεν έχω πια ούτε πατέρα ούτε μητέρα, είμαι μόνος, αλλά ο Θεός θα με προσέχει». «Κι εγώ στον κόσμο βγαίνω», είπε ο ξένος. «Θέλεις να πάμε μαζί;» «Με όλη μου την καρδιά!» είπε ο Γιοχάνες.

Ο ξένος ήταν ένας παράξενος αλλά πολύ ικανός άνθρωπος. Έμοιαζε να ξέρει τα πάντα. Γρήγορα έγιναν φίλοι. Ο Γιοχάνες παρατήρησε ότι ο νέος του φίλος, τον οποίο ονόμασε «Συνοδοιπόρο», είχε μαζί του ένα μεγάλο σακίδιο που φαινόταν να περιέχει θαυμαστά πράγματα.

Μια μέρα, βρήκαν στον δρόμο μια γριά που είχε πέσει και είχε σπάσει το πόδι της. Ο Συνοδοιπόρος έβγαλε ένα βαζάκι με μια αλοιφή από το σακίδιο του, άλειψε το πόδι της και η γριά σηκώθηκε αμέσως, υγιής σαν να μην είχε πάθει τίποτα.

«Τι καλό που έκανες!» είπε ο Γιοχάνες θαμπωμένος. «Δεν είναι τίποτα», απάντησε ο Συνοδοιπόρος με ένα αινιγματικό χαμόγελο.

Συνέχισαν το ταξίδι τους μέχρι που έφτασαν σε μια μεγάλη, λαμπρή πόλη. Στο κέντρο της υψωνόταν ένα υπέροχο παλάτι με μαρμάρινες κολώνες και χρυσές στέγες. Ήταν το παλάτι του Βασιλιά και της Πριγκίπισσας.

«Γιατί είναι όλοι τόσο λυπημένοι εδώ;» ρώτησε ο Γιοχάνες έναν περαστικό. «Αχ, νέε μου», απάντησε εκείνος, «η Πριγκίπισσα μας είναι πανέμορφη, αλλά είναι μια κακιά μάγισσα. Κάθε νέος που έρχεται να τη ζητήσει σε γάμο πρέπει να λύσει τρία αινίγματα. Αν αποτύχει, τον σκοτώνουν. Κοίτα εκεί πέρα, το δάσος έξω από την πόλη. Είναι γεμάτο σκελετούς που κρέμονται από τα κλαδιά. Είναι οι μνηστήρες που απέτυχαν».

Ο Γιοχάνες ένιωσε μια περίεργη έλξη. Θυμήθηκε την κοπέλα από το όνειρό του. «Πρέπει να τη δω», είπε. «Μην το κάνεις, Γιοχάνες!» τον συμβούλεψε ο Συνοδοιπόρος. «Θα χάσεις τη ζωή σου όπως όλοι οι άλλοι». «Πρέπει να προσπαθήσω», επέμεινε ο Γιοχάνες. «Νιώθω πως αυτή είναι η μοίρα μου».

Όταν ο Γιοχάνες είδε την Πριγκίπισσα να περνά μέσα στη χρυσή της άμαξα, έμεινε άφωνος. Ήταν η κοπέλα του ονείρου του! Τα μάτια της έλαμπαν σαν αστέρια, αλλά το βλέμμα της ήταν παγωμένο. Ο Γιοχάνες παρουσιάστηκε στον Βασιλιά.

«Θέλω να ζητήσω την κόρη σου σε γάμο», είπε με θάρρος. Ο γέρο-Βασιλιάς άρχισε να κλαίει. «Φύγε, καλό μου παιδί! Θα πεθάνεις κι εσύ. Κοίτα πόσοι χάθηκαν πριν από σένα!» «Δεν φοβάμαι», απάντησε ο Γιοχάνες.Συνεχίζουμε με το ΜΕΡΟΣ 2ο, όπου η πλοκή σκοτεινιάζει και ο Γιοχάνες έρχεται αντιμέτωπος με τις πρώτες δοκιμασίες και το φρικτό μυστικό της Πριγκίπισσας.


Ο ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

HANS CHRISTIAN ANDERSEN (ΜΕΡΟΣ 2ο)

Ο Βασιλιάς, με δάκρυα στα μάτια, οδήγησε τον Γιοχάνες στο εσωτερικό του παλατιού. «Είσαι ένας καλός νέος, και πονά η καρδιά μου που θα σε δω να χάνεσαι», του είπε. Ο Γιοχάνες όμως ένιωθε μια ακατανίκητη δύναμη να τον σπρώχνει προς την πανέμορφη Πριγκίπισσα. Εκείνο το βράδυ, ο Συνοδοιπόρος του τον πλησίασε στο δωμάτιό τους.

«Άκουσε με προσεκτικά, Γιοχάνες», είπε ο Συνοδοιπόρος. «Κοιμήσου εσύ και μην ανησυχείς. Εγώ θα μείνω ξύπνιος για να σε προστατέψω».

Όταν η νύχτα άπλωσε το πέπλο της πάνω από την πόλη και όλοι κοιμόντουσαν, η Πριγκίπισσα άνοιξε αθόρυβα το παράθυρό της. Μεγάλα, μαύρα φτερά φύτρωσαν στην πλάτη της και πέταξε έξω στο σκοτάδι. Ο Συνοδοιπόρος, φορώντας τον μαγικό του μανδύα που τον έκανε αόρατο, την ακολούθησε πετώντας ακριβώς από πάνω της. Στα χέρια του κρατούσε τρεις βέργες από λυγαριά, τις οποίες είχε πάρει από το σακίδιο του.

Η Πριγκίπισσα κατευθύνθηκε προς το βουνό του Μάγου. Καθώς πετούσε, ο Συνοδοιπόρος την χτυπούσε αλύπητα με τις βέργες στην πλάτη. «Τι καταιγίδα είναι αυτή! Τι χαλάζι!» φώναζε η Πριγκίπισσα, χωρίς να μπορεί να δει ποιος την χτυπούσε, νιώθοντας μόνο τον πόνο.

Έφτασαν τελικά στο Δάσος των Σκελετών. Εκεί, τα δέντρα είχαν για καρπούς λευκά ανθρώπινα οστά και οι νεκροί λικνίζονταν στο φύσημα του ανέμου. Η Πριγκίπισσα προσγειώθηκε μπροστά στην είσοδο μιας σπηλιάς, όπου την περίμενε ο Μάγος, ένας τρομακτικός γέρος με μάτια που πετούσαν σπίθες.

«Καλώς την», είπε ο Μάγος με μια φωνή που έμοιαζε με τρίξιμο πόρτας. «Έχουμε νέο θύμα. Ένας νέος με το όνομα Γιοχάνες ήρθε να σε ζητήσει». «Το ξέρω», απάντησε η Πριγκίπισσα. «Τι πρέπει να σκεφτώ για το αύριο; Τι θα τον ρωτήσω;» «Άκου», είπε ο Μάγος. «Σκέψου το παπούτσι σου. Αν δεν το βρει, το κεφάλι του θα στολίσει την πύλη μου».

Ο Συνοδοιπόρος, που στεκόταν αόρατος δίπλα τους, άκουσε τα πάντα. Όταν η Πριγκίπισσα επέστρεψε στο παλάτι, εκείνος έτρεξε πίσω στο δωμάτιο και περίμενε το πρωί.

Όταν ο Γιοχάνες ξύπνησε, ο Συνοδοιπόρος του είπε: «Είδα ένα όνειρο απόψε, Γιοχάνες. Ονειρεύτηκα πως η Πριγκίπισσα θα σε ρωτήσει τι σκέφτεται. Πες της πως σκέφτεται το παπούτσι της».

Ο Γιοχάνες πήγε στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου. Η Πριγκίπισσα καθόταν στο θρόνο της, περιτριγυρισμένη από τους αυλικούς της. «Πες μου, ξένε», είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Τι σκέφτομαι αυτή τη στιγμή;» «Σκέφτεστε το παπούτσι σας, Υψηλοτάτη», απάντησε ο Γιοχάνες σταθερά.

Η Πριγκίπισσα χλώμιασε. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάποιος βρήκε την απάντηση. Ο κόσμος άρχισε να ζητωκραυγάζει, αλλά ο Βασιλιάς ήξερε πως αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Την επόμενη νύχτα, η ιστορία επαναλήφθηκε. Η Πριγκίπισσα πέταξε πάλι προς το βουνό, ο Συνοδοιπόρος την ακολούθησε χτυπώντας την ακόμα πιο δυνατά με τις βέργες. «Τι θα τον ρωτήσω αύριο;» ρώτησε τον Μάγο, τρέμοντας από τον φόβο και το κρύο. «Σκέψου το γάντι σου», είπε ο Μάγος.

Το επόμενο πρωί, ο Συνοδοιπόρος είπε στον Γιοχάνες: «Πες της για το γάντι». Και πράγματι, όταν η Πριγκίπισσα έκανε την ερώτηση, ο Γιοχάνες απάντησε: «Σκέφτεστε το γάντι σας». Η οργή της Πριγκίπισσας ήταν τώρα φανερή. Τα μάτια της άστραφταν από μίσος.

Το τρίτο βράδυ ήταν το πιο κρίσιμο. Ο Συνοδοιπόρος ακολούθησε ξανά την Πριγκίπισσα, αλλά αυτή τη φορά η καταιγίδα ήταν πιο άγρια από ποτέ. Ο Μάγος ήταν εξοργισμένος. «Αυτός ο νεαρός είναι πιο έξυπνος από όσο νόμιζα», είπε ο Μάγος. «Αλλά αύριο θα τον νικήσουμε. Σκέψου το δικό μου κεφάλι! Αυτό δεν θα το βρει ποτέ!»

Καθώς ο Μάγος γελούσε, ο Συνοδοιπόρος έβγαλε ένα μαχαίρι από το σακίδιο του. Με μια γρήγορη κίνηση, έκοψε το κεφάλι του Μάγου, το τύλιξε σε ένα μαντήλι και το πήρε μαζί του.

Το πρωί, ο Συνοδοιπόρος έδωσε το δέμα στον Γιοχάνες. «Μην το ανοίξεις μέχρι να σε ρωτήσει η Πριγκίπισσα τι σκέφτεται», τον προειδοποίησε.

Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Όλοι περίμεναν με κομμένη την ανάσα. Η Πριγκίπισσα φαινόταν σίγουρη για τη νίκη της. «Λοιπόν, Γιοχάνες», είπε, «για τελευταία φορά: Τι σκέφτομαι;»

Ο Γιοχάνες άνοιξε το μαντήλι. Το φρικτό κεφάλι του Μάγου κύλησε στο πάτωμα. Όλοι έβγαλαν μια κραυγή τρόμου. Η Πριγκίπισσα έπεσε λιπόθυμη. Τα μάγια είχαν λυθεί.

«Κέρδισες!» φώναξε ο Βασιλιάς και αγκάλιασε τον Γιοχάνες. «Τώρα θα γίνει ο γάμος!»

Όμως η Πριγκίπισσα ήταν ακόμα γεμάτη κακία μέσα της, παρόλο που ο Μάγος είχε πεθάνει. Η καρδιά της ήταν μαύρη σαν κάρβουνο. «Μην ανησυχείς», ψιθύρισε ο Συνοδοιπόρος στον Γιοχάνες. «Το βράδυ του γάμου, πρέπει να έχεις έτοιμη μια λεκάνη με νερό και τρεις σταγόνες από το μαγικό μου βάζο. Όταν η Πριγκίπισσα πάει να κοιμηθεί, ρίξε την μέσα στο νερό».

Ο Γιοχάνες έκανε ακριβώς αυτό. Μόλις η Πριγκίπισσα βυθίστηκε στο νερό, μεταμορφώθηκε σε έναν μεγάλο, μαύρο κύκνο που έβγαζε άγριες κραυγές. Μετά από λίγο, το μαύρο χρώμα άρχισε να φεύγει και ο κύκνος έγινε κατάλευκος. Όταν βγήκε από το νερό, ήταν πια η όμορφη, καλόκαρδη κοπέλα που ο Γιοχάνες είχε δει στο όνειρό του.

«Σε ευχαριστώ που με έσωσες», είπε εκείνη και τον φίλησε.

Ο γάμος κράτησε πολλές μέρες και όλο το βασίλειο γιόρταζε. Όμως, η στιγμή του αποχωρισμού πλησίαζε. Ο Συνοδοιπόρος ήρθε να αποχαιρετήσει τον Γιοχάνες.

«Πρέπει να φύγω τώρα», είπε ο πιστός φίλος. «Γιατί;» ρώτησε ο Γιοχάνες με θλίψη. «Μείνε μαζί μας, θα έχεις τα πάντα!» «Δεν μπορώ», απάντησε ο Συνοδοιπόρος. «Θυμάσαι τον νεκρό στην εκκλησία, που οι κακοί άνθρωποι ήθελαν να τον πετάξουν έξω;» «Φυσικά και θυμάμαι», είπε ο Γιοχάνες.

«Εγώ είμαι εκείνος ο νεκρός», είπε ο Συνοδοιπόρος με μια φωνή γλυκιά σαν μουσική. «Μου έδωσες όλα όσα είχες για να αναπαυθώ εν ειρήνη. Ήρθα να σου ξεπληρώσω το χρέος μου και να σε βοηθήσω να βρεις την ευτυχία σου. Τώρα, ο χρόνος μου τελείωσε».

Και πριν ο Γιοχάνες προλάβει να πει μια λέξη, ο Συνοδοιπόρος εξαφανίστηκε μέσα σε ένα λαμπρό φως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου