Η ΠΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΙΑ…!
Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης
Στο κονάκι της Παγώνας παραμονή του Άη – Βασιλείου είχανε μαζευτεί κάνα πεντάρι άτομα και αφού φάγανε μετά το ρίξανε στο τριάντα ένα (31) που ήταν τυχερό παιχνίδι με την κολιτσίνα.
Μόλις σπάσανε το παιχνίδι οι άντρες, κοντοζύγωνε για να χαράξει η άλλη μέρα της
Πρωτοχρονιάς. Η Παγώνα ξενυχτισμένη, να τους σάζει μεζέδες και κρασί, ξέμεινε από νερό. Μόλις φύγανε οι άντρες, συντάβλισε την φωτιά, και αν ήτανε ακόμη νύχτα, ζαλώθηκε το βαρέλι της και έσαξε πέρα στην Πέρα βρύση του χωριού, λίγο όξω από το χωριό παρέκει από το σπίτι της. Ήθελε να πάει να φέρει νερό και μετά να σηκώσει τα παιδιά της, να τα ντύσει για να πάνε στην εκκλησιά.
Πρωτοχρονιάς. Η Παγώνα ξενυχτισμένη, να τους σάζει μεζέδες και κρασί, ξέμεινε από νερό. Μόλις φύγανε οι άντρες, συντάβλισε την φωτιά, και αν ήτανε ακόμη νύχτα, ζαλώθηκε το βαρέλι της και έσαξε πέρα στην Πέρα βρύση του χωριού, λίγο όξω από το χωριό παρέκει από το σπίτι της. Ήθελε να πάει να φέρει νερό και μετά να σηκώσει τα παιδιά της, να τα ντύσει για να πάνε στην εκκλησιά.
Όταν γιόμισε το βαρέλι το τάπωσε με το βούλωμά του έστρωσε στο πεζούλι το ζαλοσχοίνι της να το ζαλωθεί. Αφού ζαλώθηκε είχε πάρει κοντά της και την γκλίτσα του άντρα της μην της χυμήξει κανένα παλιόσκυλο. Ακούμπησε την γκλίτσα και έκανε να σηκωθεί. Τότενες χωρίς να πάρει χαμπάρι τήνε ζώσανε κάμποσα καλικάντζαροί, χοροπηδάγανε τρογύρω τους και τήνε τζολεύανε. Ένα από δαύτα της τσάκωσε το ζαλοσχοίνι του έδωκε μια τραβηξιά απ’ την θηλειά, λύθηκε το βαρέλι και έπεσε χάμου.
-Τσιπιλιπασκαταρετσιμάκια…τσιπιλιπασκαταρετσιμάκια… τσιπιλιπασκαταρετσιμάκια…!
Η Παγώνα κατάλαβε ότι ήσαντε καλικατζάρια και τηράγανε να τήνε πειράξουνε και να την μαγαρίσουνε. Μόλις έπεσε κάτου το βαρέλι άρπαξε την γκλίτσα και την έφερνε φούρλες τριγύρω της μπας και ζουπίσει κανένα από δαύτα στο κεφάλι μπας και ξεκουμπιστουνε από μπροστά της, αλλά τίποτα, δεν μπόργιε να πετύχει κανένα από δαύτα. Τα σημάδευε τα βάρηγε, αλλά καταλάβαινε ότι δεν τα πετύχαινε. Πρώτη φορά το ’παθε να μην μπορεί να βαρέσει με την γκλίτσα, λες και είχανε παραλύσει τα χέρια της. Άλλα ανεβαίναμε στα πεζούλια της βρύσης, άλλα στον πλάτανο και άλλα μπλατσουνάγανε στα νερά της βρύσης και λουτσιζόσαντε. Ένα την τράβαγε από πίσω από το φουστάνι της και την έφερνε τρογύρω μπας και την ρίξει κατάχαμα. Ένα άλλο είχε ανεβεί απάνου στον γέρο- πλάτανο της βρύσης και την κατούραγε.
Όσο την τζολεύανε ένα από δαύτα πήγε και μαγάρισε (έχεσε) στην τρούπα του βαρελιού από εκεί που το γιομίζει νερό. Ένα άλλο πήγε και έβγαλε τον πίρο του βαρελιού και χύθηκε το νερό. Ευτούνη ήτανε πονηρή την είχε δασκαλέψει η νόνα της, και δεν έβγανε μιλιά, μόνο τα πολέμαγε με χέρια και με πόδια. Στην τσέπη της πόδια της είχε το τσακμάκι του άντρα της και εκεί που την γυροφέρνανε οι κατσίβελοι, το έβγαλε και τσαφ τ’ άναψε. Εκείνα μόλις είδανε την φλόγα μέσα στην νύχτα αλαργέψανε λίγο και πετάγεται ένα το μικρότερο από δαύτα και λέει:
Αφού γίνανε άφαντα η Παγώνα πήγε πάλι στην βρύση, έπλυνε το βαρέλι από τις μαγάρες και μετά το γιόμισε πάλι νερό και κίνησε να γυρίσει στο σπίτι της. Μόλις ζαλώθηκε το βαρέλι τ’ άκουσε να έρχονται πάλι. Όμως δεν προλάβανε, γιατί εκείνη την στιγμή ακούστηκε να λαλάει κάποιος κόκορας από το χωριό. Εκείνα μόλις ακούσανε τον κόκορα να λαλεί, καταλάβανε ότι ξημερώνει και δεν έπρεπε να τα δει το φως του ήλιου έξω στην ύπαιθρο και γίνανε άφαντα.
Φεύγοντας ένα από δαύτα της λέει:
-Φεύγουμε τώρα Παγώνα… γυφτοπαγώνα, θα σε σακατέψουμε τον άλλο Χειμώνα!
Η Παγώνα προχώρησε και τράβηξε για το σπίτι της και ορκίστηκε ποτέ το Δωδεκαήμερο να μην ξανά πάει νύκτα στην βρύση για νερό.
Λεξιλόγιο:
Αλαργερύω, = απομακρύνομαι.
Ζαλοσχοίνι, το = το σχοινί που το χρησιμοποιούσαν για να φορτώνονται στην πλάτη.
Κολιτσίνα, η = η τράπουλα.
Λουτσίζομαι, = καταβρέχομαι με τα νερά.
Μπλατουνάω, = παίζω με τα νερά.
Ξεκουμπίζομαι, = φεύγω, χάνομαι.
Παρεκει, = πιο πέρα.
Πουτσαρίνα, η = (μτφ.) η αντρογυναίκα.
Συντάβλισε, = περιποιήθηκε την φωτιά, έβαλε κοντά τα ξύλα για να μην σβήσει.
Τζολεύω, = πειράζω.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου