![]() |
| 'Snow White and Rose Red' by Barbara C. Freeman, (1906 - 1999). |
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Το συγκεκριμένο παραμύθι δεν πρέπει να συγχέεται με την πασίγνωστη «Χιονάτη και τους Επτά Νάνους». Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική ιστορία που έγινε γνωστή από τους ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΓΚΡΙΜ.Η BARBARA C. FREEMAN (1906–1999) ήταν διακεκριμένη Αγγλίδα συγγραφέας και εικονογράφος
παιδικών βιβλίων. Η δουλειά της πάνω στο συγκεκριμένο παραμύθι είναι ιδιαίτερα αγαπητή για την κλασική, λεπτή και ατμοσφαιρική εικονογράφηση που αποπνέει τη μαγεία της αγγλικής παράδοσης.ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός μεγάλου δάσους, ζούσε μια φτωχή χήρα με τις δύο κόρες της. Στον κήπο τους υπήρχαν δύο τριανταφυλλιές: η μία έβγαζε λευκά τριαντάφυλλα και η άλλη κόκκινα. Έτσι ονόμασαν τα κορίτσια Χιονάτη και Τριανταφυλλένια.
Η Χιονάτη ήταν ήσυχη και γλυκιά, ενώ η Τριανταφυλλένια έτρεχε στα λιβάδια και μάζευε λουλούδια. Τα δύο κορίτσια αγαπιούνταν τόσο πολύ, που πάντα κρατούσαν το ένα το χέρι του άλλου και έλεγαν: — Δεν θα αποχωριστούμε ποτέ, έλεγε η Χιονάτη. — Όσο ζούμε, θα μοιραζόμαστε τα πάντα, απαντούσε η Τριανταφυλλένια.
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΡΚΟΥΔΟΥ
Ένα παγωμένο βράδυ του χειμώνα, καθώς η οικογένεια καθόταν γύρω από το τζάκι, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Η μητέρα είπε: — Τριανταφυλλένια, άνοιξε γρήγορα. Θα είναι κάποιος οδοιπόρος που ψάχνει καταφύγιο.
Η Τριανταφυλλένια έσυρε τον σύρτη, αλλά αντί για άνθρωπο, μια τεράστια μαύρη αρκούδα έχωσε το κεφάλι της μέσα. Τα κορίτσια τρόμαξαν, αλλά η αρκούδα μίλησε με ανθρώπινη φωνή: — Μη φοβάστε, καλοί άνθρωποι. Δεν θα σας πειράξω. Είμαι ξυλιασμένος από το κρύο και θέλω μόνο να ζεσταθώ λίγο. — Καημένε αρκούδο, είπε η μητέρα, έλα κοντά στη φωτιά, αλλά πρόσεχε μην κάψεις το τρίχωμά σου.
Ο αρκούδος μπήκε μέσα και τα κορίτσια, αφού ξεπέρασαν τον φόβο τους, άρχισαν να τον περιποιούνται. Του καθάριζαν το χιόνι από την γούνα και έπαιζαν μαζί του. — Παιδιά, φώναζε ο αρκούδος γελώντας, μην τον σκοτώσετε τον παλιόφιλό σας!
Κάθε βράδυ ο αρκούδος ερχόταν στο σπίτι. Όταν όμως ήρθε η άνοιξη, είπε στη Χιονάτη: — Πρέπει να φύγω τώρα. Πρέπει να φυλάξω τους θησαυρούς μου από τους κακούς νάνους. Τον χειμώνα η γη είναι παγωμένη και μένουν στις τρύπες τους, αλλά τώρα που ο ήλιος ζέστανε το χώμα, θα βγουν για να κλέψουν.
Ο ΝΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΕΙΑΔΑ
Λίγο καιρό μετά, τα κορίτσια πήγαν στο δάσος για ξύλα. Εκεί είδαν ένα περίεργο πλάσμα να πηδάει πάνω-κάτω δίπλα σε ένα πεσμένο δέντρο. Ήταν ένας νάνος με μια μακριά, χιονάτη γενειάδα που είχε σφηνώσει σε μια σχισμή του κορμού. — Τι στέκεστε και κοιτάτε; ούρλιαξε ο νάνος μόλις τις είδε. Δεν μπορείτε να βοηθήσετε; — Τι έπαθες, μικρέ μου άνθρωπε; ρώτησε η Τριανταφυλλένια. — Ανόητη! Ήθελα να κόψω λίγα ξύλα, αλλά η γενειάδα μου πιάστηκε και δεν βγαίνει!
Τα κορίτσια τράβηξαν με όλη τους τη δύναμη, αλλά η γενειάδα ήταν κολλημένη. Τότε η Χιονάτη έβγαλε ένα ψαλιδάκι από την τσέπη της και έκοψε την άκρη της γενειάδας. Αντί να ευχαριστήσει, ο νάνος άρπαξε έναν σάκο γεμάτο χρυσάφι που είχε κρυμμένο και φώναξε: — Αδέξιες! Μου κόψατε την πανέμορφη γενειάδα μου! Να σας πάρει ο διάβολος!
ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ
Λίγες μέρες αργότερα, τα κορίτσια πήγαν για ψάρεμα και βρήκαν πάλι τον νάνο στην όχθη. Η γενειάδα του είχε μπλεχτεί στην πετονιά και ένα μεγάλο ψάρι τον τραβούσε μέσα στο νερό. — Βοήθεια! τσίριζε εκείνος. Τα κορίτσια προσπάθησαν να τον ξεμπλέξουν, αλλά μάταια. Η Χιονάτη έβγαλε πάλι το ψαλίδι και έκοψε άλλο ένα κομμάτι από τα γένια του. — Τέρατα! ούρλιαξε ο νάνος. Με καταντήσατε γελοίο! Και άρπαξε έναν σάκο με μαργαριτάρια, εξαφανίζοντας τον μέσα στις πέτρες.
Την τρίτη φορά, είδαν έναν μεγάλο αετό να αρπάζει τον νάνο από την πλάτη. Τα κορίτσια τον κράτησαν από τα πόδια και πάλεψαν με το πουλί μέχρι που ο αετός άφησε τη λεία του. — Προσέξτε πώς με τραβάτε! φώναξε ο νάνος. Μου σκίσατε το λεπτό μου πανωφόρι!
Η ΛΥΣΗ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ
Καθώς ο νάνος ετοιμαζόταν να πάρει έναν σάκο με πολύτιμα πετράδια για να κρυφτεί στη σπηλιά του, ένας βρυχηθμός ακούστηκε. Ο μαύρος αρκούδος βγήκε από τις φυλλωσιές. Ο νάνος έτρεμε από τον φόβο του: — Κύριε Αρκούδε, μη με φάτε! Θα σας δώσω όλους τους θησαυρούς μου! Φάτε αυτά τα δύο κορίτσια, είναι τρυφερά σαν μπουκιές!
Ο αρκούδος, χωρίς να πει λέξη, έδωσε ένα χτύπημα με την πατούσα του στον κακό νάνο, κι εκείνος έμεινε στον τόπο. Τα κορίτσια άρχισαν να τρέχουν φοβισμένα, αλλά ο αρκούδος φώναξε: — Χιονάτη! Τριανταφυλλένια! Σταθείτε, είμαι εγώ!
Ξαφνικά, το δέρμα της αρκούδας έπεσε στο χώμα και στη θέση της στάθηκε ένας πανέμορφος νέος, ντυμένος με χρυσά ρούχα. — Είμαι γιος βασιλιά, τους είπε. Ο νάνος μου είχε κλέψει τους θησαυρούς και με είχε καταραστεί να γυρίζω στα δάση σαν άγριο θηρίο. Μόνο με τον θάνατό του θα λυνόταν η μάγια.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Η ιστορία τελείωσε με μεγάλη χαρά. Η Χιονάτη παντρεύτηκε τον πρίγκιπα και η Τριανταφυλλένια τον αδελφό του. Μοιράστηκαν τους θησαυρούς που είχε κλέψει ο νάνος και έφεραν και τη μητέρα τους να ζήσει μαζί τους στο παλάτι. Πήραν μάλιστα μαζί τους και τις δύο τριανταφυλλιές, που κάθε χρόνο συνέχιζαν να ανθίζουν, η μία με λευκά και η άλλη με κόκκινα τριαντάφυλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου