Βυζαντινά
Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν.
Έρουρεμ, έρουρεμ, έρου, έρου, έρουρεμ, χαίρε Άχραντε.
Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαι.
Έρουρεμ, έρουρεμ, έρου, έρου, έρουρεμ, χαίρε Δέσποινα.
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε.
Έρουρεμ, έρουρεμ, έρου, έρου, έρουρεμ, χαίρε Άχραντε.
Δέξαι Βηθλεέμ τον Δεσπότην σου, βασιλέα πάντων και Κύριον.
Έρουρεμ, έρουρεμ, έρου, έρου, έρουρεμ, χαίρε Δέσποινα.
Εξ ανατολών μάγοι έρχονται δώρα προσκομίζοντες άξια.
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον.
Ήνεγκεν αστήρ μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν.
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κρης Θεόπαιδος.
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλως εξεπλάγη ο δείλαιος.
Κράζει και βοά προς του ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον.
Λέγετε, σοφοί και διδάσκαλοι, άρα πού γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν.
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσεν, άγγελος Κυρίου ελάλησεν.
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος.
Ο μακροθυμήσας και εύσπλαγχνος πάντων υπομένει τα πταίσματα.
Πάλιν ουρανοί ηνεώχθησαν, άγγελοι αυτού ανυμνήτωσαν.
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον.
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται.
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα.
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα.
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλεν και τοις εν τω σκότει επέλαμψεν.
Χαίρουσα η κτίσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται.
Ψάλλοντες ωδήν την επάξιον, ύμνον σοι προσφέρομεν Δέσποτα.
Ω Παρθενομήτωρ και Δέσποινα, σώζε τους εις σε καταφεύγοντας.
Ικαρίας
Για σένα, κόρη έμορφη, ήρθαμε να τα πούμε και τα καλά Χριστούγεννα για να σου ευχηθούμε. Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε, και του χρόνου να σας πούμε φέρτε μας κρασί να πιούμε. Αν έχεις κόρη έμορφη, βάλε τη στο τσιμπίδι και κρέμασέ την αψηλά, να μην τη φάν’ οι ψύλλοι. Φέρτε μας κρασί να πιούμε… Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε τα ράφια είν’ ασημένια, του χρόνου σαν και σήμερα να ‘ναι μαλαματένια.Φέρτε μας κρασί να πιούμε…Θράκης Σαράντα μέρεςΚρήτηςΚαλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρετ’ η φύσις όλη. Κερά καμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα, απού τον έχεις τον υγιό, το μοσχοκανακάρη, λούζεις τον και χτενίζεις τον και στο σχολειό τον πέμπεις. Κι ο δάσκαλος τον έδειρε μ’ ένα χρυσό βεργάλι και η κυρά δασκάλισσα με το μαργαριτάρι. Είπαμε δα για την κερά, ας πούμε για τη βάγια. Άψε, βαγίτσα, το κερί, άψε και το διπλέρι και κάτσε και ντουσούντισε ήντα θα μας εφέρεις. Για απάκι, για λουκάνικο, για χοιρινό κομμάτι κι από τον πίρο του βουτσού να πιούμε μια γεμάτη. Κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αβγουλάκι κι αν το ‘κανε η γαλανή, ας είναι ζευγαράκι. Κι από το πιθαράκι σου ένα κουρούπι λάδι κι αν είναι κι ακροπλιάτερο, βαστούμε και τ’ ασκάκι. Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα και φέρε και γλυκό κρασί, να πιουν τα παλικάρια. Κι αν είναι με το θέλημα, άσπρη μου περιστέρα, ανοίξετε την πόρτα σας, να πούμε καλησπέρα.Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε τους Αργαγγέλους, τους Ιεράρχες. Σεις Αρχαγγέλοι και Ιεράρχες να πά’ να φέρτε μύρο και μόσχο. Και οι Αρχαγγέλοι για μύρο πάνε και οι Ιεράρχες για μόσχο τρέχουν. Κι ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν η Παναγιά μας ξηλευθερώθη. Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια.ΘράκηΧριστός γιννιέτι, χαρά στουν κόσμου, χαρά στουν κόσμου, στα παλληκάρια. Σαράντα μέρις, σαράντα νύχτις, η Παναγιά μας κοιλουπουνούσι, κοιλουπουνούσι, παρακαλούσι τους Αϊ-Πουστόλους, τους Αρχαγγέλους. Κι οι Αϊ-Πουστόλοι μαμές γυρεύουν, κι οι Αρχαγγέλοι για μύρου τρέχουν, κι ώσπου να πάνι κι ώσπου να έρτουν, η Παναγιά μας ξιλιφθιρώθκι. Μέσα στις πάχνις, μες στα λουλούδια, μέσα στις δάφνις, στα κυπαρίσσια. Χριστός γιννιέτι, σαν ήλιους λάμπει, σαν ήλιους λάμπει, σαν νιο φιγγάρι. Φέγγει σ’ αυτόναν τουν νοικουκύρη, μι την κυρά του, μι τα πιδιά του.ΠόντουΧριστός ‘γεννέθεν, χαρά σον κόσμον, χα, καλή ώρα, καλή σ’ ημέρα, χα, καλόν παιδίν οψέ ‘γεννέθεν. Οψέ ‘γεννέθεν, ουρανοστάθεν, τον εγέννεσεν η Παναΐα, τον ανέστεσεν Αϊ-Παρθένος. Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι, έρπαξαν ατόν οι χίλ’ Εβραίοι, χίλ’ Εβραίοι και μύρ’ Εβραίοι. Ασ’ ακρέντικα κι ασ’ σην καρδίαν αίμαν έσταξεν, χολήν ‘κ εφάνθεν, ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον, μύρος έτον και μυρωδία. Εμυρίστεν ατ’ ο κόσμος όλεν, για μυρίστ’ ατό και συ, αφέντα, συ, αφέντα, καλέ μ’ αφέντα. Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρια και θυμίζνε τον νοικοκύρην, νοικοκύρην και βασιλέα. Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν, δώσ’ μας ούβας και λεφτοκάρια κι αν ανοίεις μας, χαράν σην πόρτα σ’, κι αν ανοίεις μας, χαράν σην πόρτα σ’, χαράν σην πόρτα σ’ΔωδεκανήσουΑυτή είναι η ημέρα όπου ήλθ’ ο λυτρωτής από Μαριάμ μητέρα, εκ Παρθένου γεννηθείς. Άναρχος αρχήν λαμβάνει και σαρκούται ο Θεός, ο αγέννητος γεννάται εις την φάτνην ταπεινός. Άγγελοι το νέον λέγουν εις ποιμένας και βοσκούς, ο αστήρ το θαύμα δείχνει εις τους μάγους και σοφούς. Οι τρεις μάγοι ξεκινάνε, τ’ άστρο έχουν βοηθό, τη σπηλιά ψάχνουν να βρούνε με τον άγιο Θεό. Λίβανο, χρυσό και σμύρνα να του πάν’ επιθυμούν, τη μικρή γλυκιά μορφή του σκύβουν και την προσκυνούν. Όσοι έχετε στα ξένα να δεχθείτε με καλό, ευτυχία να σας δίνει τον Θεό παρακαλώ.ΑστικάΚαλήν εσπέραν, άρχοντες, κι αν είναι ορισμός σας Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη. Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων ο βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων. Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το δόξα εν υψίστοις και τούτο άξιον εστί η των ποιμένων πίστις. Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα, άστρο λαμπρό τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα. Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει. Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ, με πόθον ερωτώσι πού εγεννήθη ο Χριστός, να πάν’ να τον ευρώσι. Διά Χριστόν ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης αμέσως εταράχθηκε κι έγινε θηριώδης. Ότι πολλά φοβήθηκε διά την βασιλείαν, μην του την πάρη ο Χριστός και χάση την αξίαν. Κράζει τους μάγους κι ερωτά, πού ο Χριστός γεννάται, εν Βηθλεέμ ηξεύρωμεν, ως η γραφή διηγάται. Τους είπε να υπάγωσι και, όπου τον ευρώσι, να τονε προσκυνήσουσι κι ευθύς να του το ειπώσι. Όπως υπάγη και αυτός, για να τον προσκυνήση, με δόλον ο μισόθεος, για να τον αφανίση. Βγαίνουν οι μάγοι τρέχοντες και τον αστέρα βλέπουν, φως θεϊκό κατέβαινε και με χαρά προστρέχουν. Στην Βηθλεέμ εφθάσανε, βρίσκουν την Θεοτόκον, κρατούσε εις τας αγκάλας της τον άγιόν της τόκον. Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα τού χαρίζουν, σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν. Την σμύρναν μεν ως άνθρωπον, χρυσόν ως βασιλέα, τον λίβανον δε ως Θεόν σ’ όλη την ατμοσφαίρα. Αφού τον επροσκύνησαν, ευθύς πάλι μισεύουν και τον Ηρώδη μελετούν, να πάνε να τον εύρουν. Πλην, άγγελος εξ ουρανού βαίνει, τους εμποδίζει, άλλην οδόν να πορευτούν αυτός τους διορίζει. Και πάλιν άλλος άγγελος τον Ιωσήφ προστάζει, εις Αίγυπτον να πορευθή κι εκεί να ησυχάση. Να πάρη και την Μαριάμ, ομού με τον Υιόν της, ότι ο Ηρώδης εζητεί τον τόκον τον δικόν της. Μη βλέπων δε ο βασιλεύς τους μάγους να γυρίζουν, στην Βηθλεέμ, επρόσταξε, παιδί να μην αφήσουν. Όσα παιδία εύρισκον δύο χρονών και κάτω, όλα να τα περάσωσιν ευθύς απ’ τα σπαθιά των. Χιλιάδες δεκατέσσαρες σφάζουν σε μιαν ημέραν, θρήνον, κλαυθμόν και οδυρμόν είχε κάθε μητέρα. Και επληρώθη το ρηθέν προφήτου Ησαΐου, μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου. Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει, παραμυθία ουκ ήθελε, ότι αυτά ουκ έχει. Ιδού ότι σας είπαμεν όλην την υμνωδίαν, του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν. Και σας καληνυχτίζουμε, πέσετε, κοιμηθήτε, ολίγον ύπνον πάρετε κι ευθύς να σηκωθήτε. Στην εκκλησίαν τρέξατε με θείαν προθυμίαν και με πολλήν ευλάβειαν στην θείαν λειτουργίαν. Κι ευθύς, άμα γυρίσετε εις το αρχοντικό σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητό σας. Και τον σταυρό σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε, δώστε και κανενός φτωχού, όστις να υστερήται. Δώστε κι εμάς τον κόπο μας, ό,τι είναι ορισμός σας και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας. Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, πάντα ευτυχισμένοι, σωματικά και ψυχικά να είστε πλουτισμένοι.Αστυπάλαιας Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη αρχή του χρόνου! Εβγάτε, δείτε, μάθετε που ο Χριστός γεννάται, γεννάται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα. Το μέλι τρών’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες και το μελισσοβότανο το λούζονται οι κυράδες. Κι ανοίξτε τα κουτάκια σας τα κατακλειδωμένα και δώστε μας απ’ το χρυσό που ’χουνε τα πουγκιά σας. Αν είστ’ από τους πλούσιους, φλουριά μη λυπηθείτε κι αν είστ’ από τους δεύτερους, ένα ζευγάρι κότες. Και σας καληνυχτίζουμε, πέσετε κοιμηθείτε, ολίγον ύπνον πάρετε κι ευθύς να σηκωθείτε, στην εκκλησία τρέξετε με όλη προθυμία και του Θεού ν’ ακούσετε τη θεία λειτουργία. Κι από χρόνου σας!ΚύπρουΚαλήν εσπέραν θα σας πω τζι αν είναι ορισμός σας Χριστού τη θεία γέννηση να πω, να πω στ’ αρκοντικόν σας. Χριστός γεννιέται σήμερον στης Βηθλεέμ την πόλη οι ουρανοί αγάλλονται μαζί, μαζί τζι η φύσης όλη. Γεννιέται μες στο σπήλαιον στη φάτνη των αλόγων ο βασιλιάς των ούρανων τζι ο πλα - τζι ο πλάστης ημών όλων. Αντζιέλοι εις τον ουρανόν ψάλλουν το «εν υψίστοις» τζιαι κάτω φανερώνεται εις τους βοσκούς ο κτίστης. Που την Περσίαν έρκουνται τρεις μάγοι με τα δώρα τζι έναν αστέριν λαμπερόν τους ο - τους οδηγά στην χώραν. Το Πάσκαν που ΄ννα τρώετε εις το αρκοντικόν σας δώστε τζιαι κανενού φτωχού απού, απού το φαγητόν σας. Χρονιά πολλά να ζήσετε να `στε ευτυχισμένοι τζιαι στο κορμίν τζιαι στην ψυσιήν να ΄σα - να ΄σαστεν πλουμισμένοι.<pre>Κάλαντα Χριστουγέννων Αρτάκης (Κυζίκου) Μικράς Ασίας
Καλήν εσπέραν άρχοντες
άν είναι ορισμός σας
Χριστού τή Θεία γέννηση
νά πώ στ’ αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον
έν Βηθλεέμ τή πόλη
οί ουρανοί αγάλλονται
χαίρει ή κτήσις όλη
Έν τώ σπηλαίω τίκτεται
έν φάτνη τών αλόγων
ό βασιλεύς τών ουρανών
καί ποιητής τών όλων
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι
τό δόξα έν υψίστοις
καί τούτον άξιον εστί
ή τών ποιμένων πίστις
Έκ τής Περσίας έρχονται
τρείς μάγοι μέ τά δώρα
άστρο λαμπρό τούς οδηγεί
χωρίς νά λείψει ώρα
Φτάσαντες είς Ιερουσαλήμ
μέ πόθο ερωτώσι
πού εγεννήθη ό Χριστός
νά πάν’ νά τόν ευρώσι
Διά Χριστόν ώς ήκουσε
ό βασιλεύς Ηρώδης
αμέσως εταράχτηκε
κι έγινε θηριώδης
Ότι πολλά φοβήθηκε
διά τή βασιλεία
μή τού τήν πάρει ό Χριστός
καί χάσει τήν αξία
Κράζει τούς μάγους καί ρωτά
πού ό Χριστός γεννάται
είς Βηθλεέμ ηξεύρωμεν
ώς ή Γραφή διηγάται
Τούς είπε νά υπάγουσι
καί όπου τόν ευρώσι
νά τόνε προσκυνήσωσι
νά πάν’ νά τού ειπώσι
Πώς θά υπάγει καί αυτός
γιά νά τόν προσκυνήσει
μέ δόλο ό μισάθεος
γιά νά τόν αφανίσει
Βγαίνουν οί Μάγοι τρέχουσι
καί τόν αστέρα βλέπουν
φώς θεϊκό κατήρχετο
καί μέ χαρά προστρέχουν
Γονατιστοί τόν προσκυνούν
καί δώρα τού χαρίζουν
σμύρνα χρυσούν καί λίβανο
θεό τόν εφημίζουν
Αφού τόν επροσκύνησαν
ευθύς πάλι μισεύουν
καί τόν Ηρώδη μελετούν
νά πάνε γιά νά εύρουν
Πλήν Άγγελος έξ ουρανού
ούτος τούς εμποδίζει
άλλην οδό νά πορευτούν
αυτός τούς διορίζει
Καί πάλι άλλος Άγγελος
τόν Ιωσήφ προστάζει
είς Αίγυπτο νά μεταβεί
καί εκεί νά ησυχάζει
Νά πάρει καί τήν Μαριάμ
ομού μέ τόν υϊό της
γιατί ό Ηρώδης τόν ζητεί
τόν τόκο τόν δικό της
Μή βλέποντας ό βασιλιάς
τούς μάγους νά γυρίζουν
είς Βηθλεέμ επρόσταξε
παιδί νά μήν αφήσουν
Όσα παιδιά εύρωσι
δύο χρονών καί κάτω
ευθύς νά τά περάσωσι
απ’ τά φρικτά σπαθιά των
Χιλιάδες δεκατέσσερεις
σφάζουν σέ μιά ημέρα
θρήνο κλαυθμό καί οδυρμό
είχε κάθε μητέρα
Καί εκπληρώθην τό ρηθέν
Προφήτου Ησαΐου
μετά τών άλλων προφητών
καί τού Ιερεμίου
Εδώ πού καλαντήσαμε
πέτρα νά μή ραγίσει
κι ό νοικοκύρης τού σπιτιούχίλια χρόνια νά ζήσει.<pre><iframe width="360" height="215" src="https://www.youtube.com/embed/6LMbwYw1C2w?si=Gzh4TwX_Pk58beJw" title="YouTube video player" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe>

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου