Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Η κόρη του βασιλιά και το αλάτι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε µια µονάκριβη κόρη και την αγαπούσε πολύ. Μια µέρα, που είχαν γιορτή στο παλάτι και πολλούς καλεσµένους ο βασιλιάς, ευτυχισµένος, έκανε στην κόρη του την κλασσική ερώτηση, που κάνει συχνά ένας γονιός στο παιδί του: - Μ’ αγαπάς; - Πατέρα, σ΄ αγαπώ πολύ! - Πες µου, ποσό πολύ µ’ αγαπάς! - Σ’ αγαπώ… .., ίσα µε το αλάτι! - Τι; Ίσα µε το αλάτι; - Ναι, πατέρα, ίσα µε το αλάτι! - Και τι αξία έχει το αλάτι; Ο βασιλιάς δεν πίστευε στα αφτιά του. Άλλαξε χίλια χρώµατα από τον θυµό του και έτσι οργισµένος, όπως ήταν, διέταξε τους φρουρούς να πάρουν την κόρη του και να την αφήσουν βαθιά µέσα στο δάσος. Έτσι κι έγινε. Η πριγκίπισσα φοβόταν πολύ, µόνη στο δάσος. Όταν βράδιασε, βρήκε καταφύγιο µέσα στα πουρνάρια, για να µην την ανακαλύψουν άγρια ζώα. Το πρωί, που ξύπνησε, ήταν απελπισµένη, αλλά για καλή της τύχη, πέρασε από εκεί ένας κυνηγός µε το άλογο του. Την είδε και την πήρε µαζί του. Ο κυνηγός ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι µαζί µε τη µητέρα του και ζούσαν µόνο από το κυνήγι του γιου. Έτσι, µόλις η µάνα είδε την κοπέλα, θύµωσε πολύ και του είπε: «Τι την έφερες αυτήν εδώ; Αφού ούτε εµείς δεν έχουµε να φάµε!». Ο κυνηγός την καθησύχασε λέγοντας της ότι σήµερα είχε πιάσει τρία πουλάκια στο κυνήγι και υπήρχε φαγητό για όλους! Όσο περνούσε ο καιρός, οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν. Σύντοµα, λοιπόν, παντρεύτηκαν. Μετά από λίγο καιρό απέκτησαν κι ένα αγοράκι. Πέρασαν τα χρόνια και το αγοράκι µεγάλωσε και άρχισε να πηγαίνει σχολείο. Πηγαίνοντας όµως στο σχολείο, περνούσε καθηµερινά µπροστά από το παλάτι του βασιλιά. Ο βασιλιάς βλέποντας κάθε µέρα το αγοράκι να περνά από εκεί, το πρόσεξε και το συµπάθησε πολύ. Μια µέρα, λοιπόν, διέταξε τον υπηρέτη του να το φέρει κοντά του, για να το γνωρίσει. Αφού µίλησε µε το αγόρι ώρα πολλή, φεύγοντας του έβαλε µια λίρα στην τσέπη, για να το ευχαριστήσει. Το παιδί, όταν πήγε στο σπίτι, έδωσε την λίρα στην µητέρα του λέγοντας ότι του την έδωσε ένας παππούς, που ήταν βασιλιάς. Η µαµά του τότε του είπε: Την επόµενη φορά που θα σε φωνάξει, να του πεις να σου γεµίσει όλη την τσάντα σου µε λίρες, αφού σε αγαπάει! Πράγµατι, την επόµενη φορά ο βασιλιάς έκανε αυτό που του είπε το µικρό αγόρι. Αυτό γινόταν για πολύ καιρό. Σύντοµα η οικογένεια του κυνηγού, έγινε πολύ πλούσια. Τότε η πριγκίπισσα έφερε µαστόρους κι έφτιαξε ένα καινούριο σπίτι, που ήταν πιο εντυπωσιακό και µεγάλο από το παλάτι, που έµενε ο βασιλιάς. Μόλις τελείωσε το σπίτι, η πριγκίπισσα ετοίµασε ένα πολύ πλούσιο και µεγάλο τραπέζι και κάλεσε το βασιλιά, για να τον φιλέψει. Όταν ήρθε αυτός, εντυπωσιάστηκε απίστευτα από την όψη του σπιτιού και σκέφτηκε ότι και τα φαγητά, που θα σέρβιραν σε ένα τέτοιο σπίτι, θα ήταν εξαίσια και πεντανόστιµα. Πράγµατι τα φαγητά ήταν φτιαγµένα από διαλεχτά υλικά και είχαν εξαιρετική όψη! Έκρυβαν, όµως, ένα µυστικό! ∆εν είχαν καθόλου, µα καθόλου, αλάτι! Ο βασιλιάς κάθισε στο τραπέζι εντυπωσιασµένος µε όλη αυτή τη χλιδή και ξεκίνησε να τρώει… Η απογοήτευση του ήταν φανερή! ∆οκίµασε όλα τα φαγητά, αλλά διαπίστωσε πως όλα ήταν εντελώς ανάλατα και άνοστα. Κοίταξε τότε οργισµένος την οικοδέσποινα, που δεν είχε καταλάβει ακόµη ότι ήταν η κόρη του, και της είπε: - Τα φαγητά είναι εντελώς άνοστα! Χωρίς αλάτι δεν τρώγονται µε τίποτα! Και ευθύς η κόρη του του απαντά: - Ναι, αλλά εσύ πατέρα, όταν εγώ σου είπα ότι σ’ αγαπώ ίσα µε το αλάτι, διέταξες να µε αφήσουν µόνη στα βουνά… Ο πατέρας σάστισε, κεραυνοβολήθηκε! Ευθύς κατάλαβε, πόσο µεγάλο ήταν το λάθος που είχε κάνει και πόσο σκληρά και άδικα είχε φερθεί στην µονάκριβη κόρη του! Φανερά µετανιωµένος την αγκάλιασε και της ζήτησε ταπεινά συγνώµη.
Υπάρχει κι αυτή η εκδοχή με αγόρια Mια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ. Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι. Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα", είπε ο πρώτος γιος και ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά", είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι", είπε ο τρίτος γιος. Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι. Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία. Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο. Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ' αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά. Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του. Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο. Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά. Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα. Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα. Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει. Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει. Καθόταν περίλυπος μπροστά σ' αυτό, το τόσο πλούσιο... με άγευστα φαγητά τραπέζι. Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε: "Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ' αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;". Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. "Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου..." του είπε. Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου