ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ
Εις το όνομα του Αλλάχ, του Ελεήμονος, του Πολυεύσπλαχνου! Δόξα τω Αλλάχ, τον Κύριο των Κόσμων, και η ευλογία και η ειρήνη ας
είναι πάνω στον Ηγεμόνα των Αποστόλων, τον Κύριό μας και Πατέρα μας Μωάμεθ, και πάνω σε όλη την οικογένειά του και τους συντρόφους του, μια προσευχή και μια ειρήνη που θα διαρκέσει μέχρι την Ημέρα της Κρίσεως.Και μετά: Πράγματι, τα έργα και οι ιστορίες των ανθρώπων των παλαιών καιρών έχουν γίνει μάθημα για τους μεταγενέστερους, ώστε ο άνθρωπος να βλέπει τα προειδοποιητικά περιστατικά που συνέβησαν σε άλλους εκτός από τον εαυτό του, και έτσι να παίρνει νου και να εξετάζει τις ιστορίες των περασμένων λαών και όσα τους συνέβησαν, και να αποτρέπεται. Δόξα, λοιπόν, σε Εκείνον που έκανε τις ιστορίες των αρχαίων μάθημα για να οδηγούνται οι σύγχρονοι. Και από αυτά τα μαθήματα προέρχονται οι ιστορίες που ονομάζονται «Χίλιες και Μία Νύχτες», με όλα όσα περιέχουν από θαυμαστά περιστατικά και παραβολές.
Διηγούνται λοιπόν —αλλά ο Αλλάχ είναι ο Πάνσοφος, ο Παντογνώστης, ο Παντοδύναμος και ο Πολυεύσπλαχνος— πως στους παλαιούς καιρούς και στο πέρασμα των αιώνων και των χρόνων, υπήρχε μια δυναστεία των Σασανιδών βασιλέων στα νησιά της Ινδίας και της Κίνας. Ήταν κυρίαρχοι στρατευμάτων και λεγεώνων, προικισμένοι με φρουρές, υπηρέτες και πλήθος υποτελών που δεν είχε το ταίρι του. Ο βασιλιάς της δυναστείας αυτής πέθανε και άφησε πίσω του δύο γιους, και οι δύο ήσαν ανδρείοι ιππείς και πολεμιστές, αλλά ο μεγαλύτερος ήταν πιο ισχυρός στη μάχη και πιο σοφός στη διοίκηση. Έγινε ο απόλυτος άρχοντας του βασιλείου και κυβέρνησε τους υπηκόους του με τέτοια δικαιοσύνη που οι κάτοικοι της χώρας του και της αυτοκρατορίας του τον αγάπησαν με μια αγάπη που ξεπερνούσε τη λατρεία προς τους γονείς τους. Το όνομά του ήταν Βασιλιάς Σαχριάρ. Ο μικρότερος αδελφός του ονομαζόταν Βασιλιάς Σαχ Ζαμάν, και ήταν ο ηγεμόνας της Σαμαρκάνδης της Ταταρίας.
Η κατάσταση παρέμεινε έτσι για είκοσι χρόνια. Τα δύο αδέλφια ζούσαν μέσα στην απόλυτη ευδαιμονία, ο καθένας στον θρόνο του, και η ειρήνη άπλωνε τα φτερά της πάνω από τα εδάφη τους. Οι δικαστές τους ήταν δίκαιοι, οι έμποροί τους τίμιοι και οι αγρότες τους ευτυχισμένοι. Όμως, μετά το πέρασμα των είκοσι αυτών ετών, ο μεγαλύτερος βασιλιάς, ο Σαχριάρ, ένιωσε μια φλογερή επιθυμία να δει τον αδελφό του. Η νοσταλγία κατέλαβε την ψυχή του και η καρδιά του άρχισε να χτυπά στον ρυθμό της ανάμνησης των παιδικών τους χρόνων. Κάλεσε λοιπόν τον Βεζίρη του, έναν άνδρα με λευκή γενειάδα και μάτια που είχαν δει την άνοδο και την πτώση δεκάδων ηγεμόνων, και τον διέταξε να ετοιμάσει τις αποσκευές του για ένα ταξίδι στη Σαμαρκάνδη.
«Ω Βεζίρη», είπε ο βασιλιάς με φωνή που αντηχούσε στις θολωτές αίθουσες του παλατιού, «πάρε μαζί σου δώρα που να αρμόζουν σε έναν βασιλιά. Πάρε άλογα με χρυσά χαλινάρια, καμήλες φορτωμένες με τα πιο λεπτά υφάσματα της Κίνας, και κοσμήματα που η λάμψη τους να συναγωνίζεται τα άστρα. Πήγαινε στον αδελφό μου, τον Σαχ Ζαμάν, και πες του πως η ψυχή μου διψά για την παρουσία του. Πες του πως οι νύχτες μου είναι σκοτεινές χωρίς το χαμόγελό του και ζήτησέ του να έρθει να με επισκεφθεί, έστω και για λίγο».
Ο Βεζίρης υπάκουσε αμέσως. Ετοίμασε το καραβάνι, ένα ποτάμι από χρώματα και πλούτη που διέσχιζε τις πεδιάδες. Ταξίδεψε ημέρα και νύχτα, διασχίζοντας βουνά που οι κορυφές τους άγγιζαν τον ουρανό και ερήμους που η άμμος τους έκρυβε τα κόκκαλα των περασμένων ταξιδιωτών. Σε κάθε πόλη που περνούσε, οι άνθρωποι έβγαιναν να θαυμάσουν την πομπή του βασιλιά Σαχριάρ. Τελικά, έφτασε στη Σαμαρκάνδη.
Ο Σαχ Ζαμάν, μόλις έμαθε την άφιξη του Βεζίρη του αδελφού του, βγήκε να τον υποδεχτεί με τιμές που δεν είχαν ξαναγίνει στην πόλη του. Έστρωσε χαλιά στους δρόμους και διέταξε να ηχήσουν οι σάλπιγγες. Όταν διάβασε την επιστολή του Σαχριάρ, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. «Ακούω και υπακούω», αναφώνησε. «Θα πάω στον αδελφό μου, γιατί η δική μου επιθυμία είναι μεγαλύτερη από τη δική του».
Άρχισε λοιπόν τις προετοιμασίες. Άφησε στο πόδι του τον δικό του Βεζίρη για να κυβερνήσει τη Σαμαρκάνδη, και ετοίμασε τις δικές του σκηνές και τα δικά του δώρα. Όταν όλα ήταν έτοιμα, το καραβάνι ξεκίνησε και βγήκε έξω από την πόλη, όπου έστησαν τις σκηνές τους για την πρώτη νύχτα, ώστε να ξεκινήσουν με την αυγή το μεγάλο ταξίδι. Όμως, τα μεσάνυχτα, ο Σαχ Ζαμάν θυμήθηκε κάτι που είχε ξεχάσει στο παλάτι του. Ήταν ένα δώρο, ένα κόσμημα ανεκτίμητο που ήθελε να προσφέρει στον Σαχριάρ. Σηκώθηκε σιωπηλά, χωρίς να ξυπνήσει κανέναν, και επέστρεψε στο παλάτι.
Μπήκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του, περιμένοντας να βρει τη βασίλισσά του να τον περιμένει με θλίψη για τον χωρισμό τους. Αντί γι' αυτό όμως, αντίκρισε ένα θέαμα που έκανε τον κόσμο να γυρίσει γύρω του. Η βασίλισσα βρισκόταν στο κρεβάτι, και στην αγκαλιά της είχε έναν μαύρο σκλάβο, έναν από τους υπηρέτες της κουζίνας. Κοιμόντουσαν και οι δύο, βυθισμένοι στην αμαρτία και την προδοσία.
Ο Σαχ Ζαμάν ένιωσε την καρδιά του να μετατρέπεται σε πέτρα. «Αν αυτό συμβαίνει ενώ είμαι ακόμα στην πύλη της πόλης μου», σκέφτηκε, «τι θα συμβεί όταν θα βρίσκομαι μακριά στη χώρα του αδελφού μου;». Χωρίς να πει λέξη, τράβηξε το σπαθί του, που η λεπίδα του ήταν από ατσάλι της Δαμασκού, και με ένα χτύπημα έκοψε τα σώματά τους στα δύο, αφήνοντάς τους πάνω στα ματωμένα σεντόνια. Επέστρεψε στο καραβάνι του μέσα στο σκοτάδι, αλλά η χαρά του είχε χαθεί για πάντα.Μόλις ο Σαχ Ζαμάν επέστρεψε στο καραβάνι του, διέταξε αμέσως την αναχώρηση, παρόλο που η αυγή δεν είχε ακόμη χαράξει στον ορίζοντα. Οι καμήλες σηκώθηκαν με βαριά παράπονα και οι ιππείς πήραν τις θέσεις τους, αλλά ο βασιλιάς δεν έβλεπε τίποτα μπροστά του παρά μόνο το αίμα πάνω στα σεντόνια και την αχαριστία εκείνης που θεωρούσε σύντροφο της ζωής του. Ταξίδεψαν για ημέρες και εβδομάδες, διασχίζοντας πεδιάδες όπου ο ήλιος έκαιγε τα μέτωπά τους και δάση όπου η υγρασία πότιζε τα ρούχα τους, μέχρι που τελικά φάνηκαν στον ορίζοντα οι χρυσοί τρούλοι και οι πανύψηλοι μιναρέδες της πρωτεύουσας του Σαχριάρ.
Ο Σαχριάρ, μόλις έμαθε πως ο αδελφός του πλησίαζε, βγήκε ο ίδιος στην πύλη της πόλης, συνοδευόμενος από ολόκληρη την αυλή του, τους εμίρηδες, τους βεζίρηδες και τους στρατηγούς του. Η συνάντηση των δύο αδελφών ήταν γεμάτη από τις τυπικές εκδηλώσεις αγάπης και σεβασμού· αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, και ο Σαχριάρ παρατήρησε με ανησυχία πως το πρόσωπο του αδελφού του ήταν κίτρινο σαν το σαφράν και το σώμα του αδυνατισμένο, λες και μια κρυφή αρρώστια τον κατέτρωγε από μέσα. "Ω αδελφέ μου", του είπε ο Σαχριάρ, "τι είναι αυτό που έσβησε τη λάμψη από τα μάτια σου και έκανε το ανάστημά σου να λυγίσει; Μήπως το ταξίδι ήταν πολύ επίπονο ή μήπως οι αέρηδες της ξενιτιάς δεν σου ταίριαξαν;". Ο Σαχ Ζαμάν όμως, κρύβοντας την ντροπή του, απάντησε μόνο με μισόλογα, λέγοντας πως η κούραση της διαδρομής ήταν η μόνη αιτία.
Ο Σαχριάρ διέταξε να ετοιμαστεί ένα παλάτι αποκλειστικά για τον αδελφό του, με κήπους που έβλεπαν προς το δικό του παλάτι, και προσπάθησε να τον διασκεδάσει με κάθε τρόπο. Οργάνωσε μεγάλα συμπόσια όπου τα τραπέζια λύγιζαν από το βάρος των εκλεκτών εδεσμάτων: ψητά αρνιά γεμιστά με φυστίκια και σταφίδες, πουλιά της ερήμου μαγειρεμένα με μέλι και μπαχαρικά της Ινδίας, και γλυκά που έλιωναν στο στόμα σαν την πρωινή δροσιά. Οι μουσικοί έπαιζαν τα λαούτα τους και οι ποιητές απάγγελλαν στίχους για την αδελφική αγάπη, αλλά ο Σαχ Ζαμάν παρέμενε σιωπηλός, αρνούμενος να φάει παραπάνω από μια μπουκιά ψωμί.
Μια μέρα, ο Σαχριάρ αποφάσισε να βγει για κυνήγι στις γύρω πεδιάδες, ελπίζοντας πως η δράση και ο καθαρός αέρας θα βοηθούσαν τον αδελφό του. "Έλα μαζί μου, ω Σαχ Ζαμάν", τον παρότρυνε, "θα κυνηγήσουμε γαζέλες και αγριογούρουνα, και το βράδυ θα στήσουμε τις σκηνές μας κάτω από τα άστρα". Ο Σαχ Ζαμάν όμως αρνήθηκε, λέγοντας πως η ψυχή του δεν είχε δύναμη για τέτοιες δραστηριότητες. Ο Σαχριάρ έφυγε με τη συνοδεία του, αφήνοντας τον αδελφό του μόνο στο παλάτι.
Καθώς ο Σαχ Ζαμάν καθόταν στο παράθυρο που έβλεπε προς τους κήπους του παλατιού του Σαχριάρ, είδε μια πόρτα να ανοίγει κρυφά. Από μέσα βγήκαν είκοσι σκλάβες και είκοσι σκλάβοι, και ανάμεσά τους περπατούσε η ίδια η Βασίλισσα, η σύζυγος του Σαχριάρ, με μια μεγαλοπρέπεια που έκρυβε την ατιμία που θα ακολουθούσε. Έφτασαν σε μια μεγάλη κρήνη και εκεί, προς μεγάλη έκπληξη και φρίκη του Σαχ Ζαμάν, άρχισαν να βγάζουν τα ρούχα τους. Η Βασίλισσα φώναξε: "Ω Μασούντ!", και ένας μεγάλος μαύρος σκλάβος πήδηξε από ένα δέντρο, την αγκάλιασε και άρχισαν να επιδίδονται σε πράξεις ασέλγειας που δεν περιγράφονται με λόγια, ενώ και οι υπόλοιποι σκλάβοι και σκλάβες έπρατταν το ίδιο μεταξύ τους.
Βλέποντας αυτό το θέαμα, ο Σαχ Ζαμάν ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω του. "Μα τον Αλλάχ!", αναφώνησε, "η δική μου συμφορά είναι μικρή μπροστά σε αυτή του αδελφού μου! Εμένα με πρόδωσε μια γυναίκα στη Σαμαρκάνδη, αλλά εδώ η προδοσία συμβαίνει κάτω από τα μάτια του ισχυρότερου βασιλιά του κόσμου, και μάλιστα με δέκα ζευγάρια ταυτόχρονα!". Η όρεξή του επέστρεψε, το χρώμα γύρισε στα μάγουλά του και άρχισε να τρώει και να πίνει με βουλιμία.
Όταν ο Σαχριάρ επέστρεψε από το κυνήγι, έμεινε άναυδος βλέποντας τον αδελφό του να έχει ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του. "Πώς έγινε αυτό το θαύμα, ω αδελφέ μου;" τον ρώτησε. "Πριν φύγω ήσουν σαν ετοιμοθάνατος και τώρα λάμπεις από υγεία. Πες μου το μυστικό σου, σε ορκίζω στον Παντοδύναμο!". Ο Σαχ Ζαμάν του διηγήθηκε πρώτα τη δική του ιστορία στη Σαμαρκάνδη και τον φόνο της γυναίκας του, αλλά αρνήθηκε να πει τι είδε στον κήπο. Ο Σαχριάρ όμως επέμεινε τόσο πολύ, που τελικά ο Σαχ Ζαμάν αναγκάστηκε να του αποκαλύψει την ατιμία της Βασίλισσας.
Ο Σαχριάρ δεν μπορούσε να το πιστέψει. "Αν δεν το δω με τα ίδια μου τα μάτια, δεν θα το δεχτώ!", φώναξε. Συμφώνησαν λοιπόν να προσποιηθούν πως φεύγουν πάλι για κυνήγι, αλλά να επιστρέψουν κρυφά στο δωμάτιο του Σαχ Ζαμάν. Έτσι και έγινε. Ο Σαχριάρ είδε από το παράθυρο τη Βασίλισσα και τον Μασούντ να επαναλαμβάνουν τις πράξεις τους. Η οργή του ήταν τέτοια που ο κόσμος μαύρισε μπροστά του. Στράφηκε στον αδελφό του και του είπε: "Ας αφήσουμε τους θρόνους μας, ας αφήσουμε τη δόξα και τα πλούτη, και ας περιπλανηθούμε στον κόσμο ως ζητιάνοι, μέχρι να βρούμε κάποιον που η συμφορά του να είναι μεγαλύτερη από τη δική μας. Αν δεν τον βρούμε, ο θάνατος είναι προτιμότερος από αυτή την ντροπή".
Βγήκαν κρυφά από μια πίσω πόρτα του παλατιού και άρχισαν να περπατούν προς την ακτή της θάλασσας. Περπάτησαν ημέρα και νύχτα, χωρίς τροφή και νερό, μέχρι που έφτασαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο που έστεκε δίπλα στα κύματα. Καθώς ξεκουράζονταν, η θάλασσα άρχισε να βράζει και ένας τεράστιος στύλος από μαύρο καπνό υψώθηκε μέχρι τα σύννεφα. Έντρομοι, οι δύο βασιλιάδες σκαρφάλωσαν στα κλαδιά του δέντρου. Από τον καπνό αναδύθηκε ένας τρομερός Τζίνι (Ifrit), με ύψος που έφτανε τα βουνά και στήθος σαν βράχο. Κουβαλούσε πάνω στο κεφάλι του ένα μεγάλο γυάλινο σεντούκι, κλειδωμένο με τέσσερα σιδερένια λουκέτα.
Ο Τζίνι κάθισε ακριβώς κάτω από το δέντρο, άνοιξε το σεντούκι και από μέσα βγήκε μια γυναίκα τόσο όμορφη που το φως της ημέρας ωχριούσε μπροστά της. Ήταν η αιχμάλωτη του Τζίνι, την οποία είχε κλέψει την ημέρα του γάμου της γιατί την επιθύμησε. Ο Τζίνι ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατά της και αποκοιμήθηκε, βγάζοντας ροχαλητά που έμοιαζαν με κεραυνούς. Η γυναίκα τότε σήκωσε το κεφάλι της και είδε τους δύο βασιλιάδες κρυμμένους στα κλαδιά. Τους έκανε νόημα να κατέβουν, αλλά εκείνοι έτρεμαν από τον φόβο τους. "Κατεβείτε αμέσως", τους ψιθύρισε, "αλλιώς θα ξυπνήσω τον Τζίνι και θα σας κατασπαράξει!".
Κατέβηκαν τρέμοντας, και η γυναίκα τους ανάγκασε να κοιμηθούν μαζί της, τον έναν μετά τον άλλον, ακριβώς δίπλα στον κοιμισμένο γίγαντα. Όταν τελείωσαν, έβγαλε από την τσέπη της ένα κορδόνι που είχε πάνω του πεντακόσια εβδομήντα δαχτυλίδια. "Ξέρετε τι είναι αυτά;" τους ρώτησε. "Είναι τα δαχτυλίδια όλων των ανδρών που κοιμήθηκαν μαζί μου κρυφά από αυτόν τον ανόητο Τζίνι, ο οποίος με κρατάει κλειδωμένη σε σεντούκι μέσα στη θάλασσα για να με προστατέψει από την απιστία. Δώστε μου και τα δικά σας δαχτυλίδια τώρα!". Της τα έδωσαν, και εκείνη τους είπε: "Μάθετε πως η γυναικεία πονηριά δεν έχει όρια. Όσο περισσότερο προσπαθεί ένας άνδρας να περιορίσει μια γυναίκα, τόσο περισσότερο εκείνη θα βρίσκει τρόπους να τον εξαπατά".
Ο Σαχριάρ και ο Σαχ Ζαμάν κοιτάχτηκαν γεμάτοι δέος. "Αν αυτός ο παντοδύναμος Τζίνι, που μπορεί να γκρεμίσει πόλεις, προδίδεται έτσι εύκολα, τότε η δική μας συμφορά είναι πράγματι ασήμαντη", είπε ο Σαχριάρ. Επέστρεψαν στο παλάτι τους, αλλά η καρδιά του Σαχριάρ είχε πια δηλητηριαστεί. Διέταξε τον αποκεφαλισμό της Βασίλισσας και όλων των σκλάβων, και τότε πήρε τον τρομερό όρκο που θα άλλαζε την ιστορία: Κάθε νύχτα θα παντρευόταν μια νέα παρθένα από τις ευγενείς οικογένειες της πόλης, και το επόμενο πρωί θα διέταζε τον Βεζίρη του να την θανατώσει, ώστε να μην προλάβει καμία γυναίκα να τον προδώσει ποτέ ξανά.
Αυτή η φρίκη συνεχίστηκε για τρία ολόκληρα χρόνια. Η πόλη βυθίστηκε στο πένθος, οι γονείς έκρυβαν τις κόρες τους ή έφευγαν σε άλλες χώρες, και δεν υπήρχε σπίτι που να μην ακούγεται θρήνος. Ο Βεζίρης, που ήταν αναγκασμένος να εκτελεί τις διαταγές του βασιλιά, ένιωθε την ψυχή του να κομματιάζεται, μέχρι που μια μέρα δεν μπορούσε να βρει καμία άλλη κοπέλα στην πόλη. Επέστρεψε στο σπίτι του με το κεφάλι σκυμμένο, όπου τον περίμεναν οι δύο κόρες του: η μεγαλύτερη, η Σεχραζάτ, που ήταν η σοφότερη και πιο μορφωμένη γυναίκα της εποχής της, έχοντας διαβάσει χιλιάδες βιβλία ιστορίας, ποίησης και φιλοσοφίας, και η μικρότερη, η Ντιναρζάντ.
Η Σεχραζάτ, βλέποντας τον πατέρα της σε αυτή την κατάσταση, του είπε: "Ω πατέρα μου, γιατί το πρόσωπό σου είναι συννεφιασμένο;". Ο Βεζίρης της εξήγησε το αδιέξοδο, και τότε η Σεχραζάτ πήρε τη μεγάλη απόφαση: "Δώσε εμένα στον βασιλιά Σαχριάρ. Είτε θα καταφέρω να σώσω τις κόρες των μουσουλμάνων από αυτόν τον όλεθρο, είτε θα πεθάνω ως μάρτυρας". Ο Βεζίρης προσπάθησε να την αποτρέψει με παραβολές, όπως η ιστορία του "Ταύρου και του Γαϊδάρου", την οποία ο Burton παραθέτει με κάθε λεπτομέρεια για να δείξει τη σοφία των ζώων και την ανοησία των ανθρώπων που παρεμβαίνουν εκεί που δεν τους αφορά.
Ο Βεζίρης, με την καρδιά του να σπαράζει από τον φόβο για την τύχη της πολυαγαπημένης του κόρης, στράφηκε προς τη Σεχραζάτ και της είπε: «Ω θυγατέρα μου, φοβάμαι πως θα σου συμβεί ό,τι συνέβη στον έμπορο που γνώριζε τη γλώσσα των ζώων». Και όταν εκείνη τον ρώτησε τι είχε συμβεί, εκείνος άρχισε να διηγείται με κάθε λεπτομέρεια:
Ήταν κάποτε ένας έμπορος, πλούσιος σε κτήματα και ζωντανά, που είχε το χάρισμα από τον Θεό να καταλαβαίνει τις λαλιές των ζώων και των πτηνών. Κατοικούσε στην ύπαιθρο και στο στάβλο του είχε έναν ταύρο και έναν γάιδαρο. Μια μέρα, ο ταύρος, εξαντλημένος από το ολοήμερο όργωμα κάτω από τον καυτό ήλιο, πλησίασε τον γάιδαρο, ο οποίος αναπαυόταν στο καθαρό του κρεβάτι από άχυρο, έχοντας φάει το καλύτερο κριθάρι. Ο ταύρος είπε: «Ω φίλε μου, πόσο τυχερός είσαι! Εσύ ξεκουράζεσαι, σε βουρτσίζουν, σε ταΐζουν καλά και η μόνη σου δουλειά είναι να μεταφέρεις τον αφέντη μας για μια σύντομη βόλτα. Εγώ όμως, από την αυγή μέχρι το δειλινό, σέρνω το βαρύ άροτρο, οι πληγές στο σβέρκο μου δεν κλείνουν ποτέ και ο βούκεντρος του γεωργού με τρυπάει αλύπητα».
Ο γάιδαρος, που ήταν πονηρός και ήθελε να δείξει τη σοφία του, του απάντησε: «Άκουσε τη συμβουλή μου, ω ταύρε, και θα βρεις την ησυχία σου. Αύριο, όταν ο γεωργός έρθει να σε ζέψει, πέσε κάτω και μην σηκώνεσαι. Βγάζε κραυγές πόνου, άφριζε στο στόμα και δείξε πως είσαι ετοιμοθάνατος. Αν σου φέρουν φαγητό, μην το αγγίξεις. Έτσι, ο αφέντης θα νομίσει πως αρρώστησες και θα σε αφήσει να ξεκουραστείς».
Ο έμπορος, που κρυφάκουγε τη συζήτηση, γέλασε από μέσα του. Την επόμενη μέρα, ο ταύρος ακολούθησε τη συμβουλή. Ο γεωργός, βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση, έτρεξε στον έμπορο και του είπε πως ο ταύρος δεν μπορούσε να δουλέψει. Τότε ο έμπορος, θέλοντας να τιμωρήσει τον γάιδαρο για την πονηριά του, είπε: «Πάρε τον γάιδαρο και ζέψε τον στο άροτρο στη θέση του ταύρου». Έτσι, ο γάιδαρος πέρασε όλη την ημέρα σέρνοντας το βαρύ ξύλο, δεχόμενος τα χτυπήματα που προορίζονταν για τον ταύρο, και επέστρεψε το βράδυ στο στάβλο με τη ράχη του κομμένη στα δύο και τα πόδια του να τρέμουν.
Ο ταύρος τον ευχαρίστησε με ευγνωμοσύνη, αλλά ο γάιδαρος, συνειδητοποιώντας το σφάλμα του, του είπε: «Σου δίνω μια τελευταία συμβουλή, γιατί άκουσα τον αφέντη να λέει πως αν δεν σηκωθείς αύριο, θα σε δώσει στον χασάπη για να μην χάσει την αξία του κρέατος». Ο ταύρος φοβήθηκε και την επόμενη μέρα έτρεξε στο χωράφι με περισσή όρεξη. Ο έμπορος, βλέποντας τη σκηνή, ξέσπασε σε γέλια. Η γυναίκα του όμως, περίεργη όπως όλες οι γυναίκες, επέμενε να μάθει γιατί γελάει. Εκείνος της εξήγησε πως αν αποκάλυπτε το μυστικό του, θα πέθαινε επιτόπου. Εκείνη όμως, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, ούρλιαζε: «Πρέπει να μου το πεις, έστω κι αν πεθάνεις!».
Ο έμπορος, απελπισμένος, συγκέντρωσε τους συγγενείς του, έγραψε τη διαθήκη του και ετοιμάστηκε να πεθάνει για να ικανοποιήσει την περιέργεια της γυναίκας του. Τότε όμως, άκουσε τον σκύλο του σπιτιού να μαλώνει τον πετεινό, επειδή ο πετεινός είχε πενήντα κότες και τις κυβερνούσε όλες με μια φωνή, ενώ ο αφέντης δεν μπορούσε να επιβληθεί σε μία και μόνο γυναίκα. Ο πετεινός είπε: «Ας πάρει μια βέργα από τη συκιά και ας την κλείσει σε ένα δωμάτιο μέχρι να ζητήσει συγχώρεση». Ο έμπορος ακολούθησε τη συμβουλή, η γυναίκα του σωφρονίστηκε και εκείνος έζησε.
«Έτσι κι εσύ, Σεχραζάτ», είπε ο Βεζίρης, «αν δεν σταματήσεις, θα σε αναγκάσω να υπακούσεις με τη βία». Η Σεχραζάτ όμως παρέμεινε ακλόνητη. «Πατέρα μου, η απόφασή μου είναι ειλημμένη. Πρέπει να με δώσεις στον βασιλιά». Ο Βεζίρης, με την ψυχή του γεμάτη θλίψη, την έντυσε με τα πιο λαμπρά ενδύματα, την άρωματισε με τα πιο ακριβά μύρα και την οδήγησε στο παλάτι του Σαχριάρ.
Πριν αναχωρήσει, η Σεχραζάτ είχε δώσει οδηγίες στη μικρότερη αδελφή της, τη Ντιναρζάντ: «Όταν ο βασιλιάς ολοκληρώσει τη συνεύρεσή του μαζί μου, ζήτησέ μου να σου πω μια ιστορία για να περάσει η ώρα της αγρύπνιας μας. Τότε θα αρχίσω να διηγούμαι και, αν ο Θεός το θελήσει, αυτό θα είναι η σωτηρία μας».
Όταν ο Σαχριάρ είδε τη Σεχραζάτ, εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά και το ανάστημα της. Μετά τη νύχτα, η Ντιναρζάντ, που ήταν κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι σύμφωνα με το σχέδιο, φώναξε: «Ω αδελφή μου, πες μας μια από τις θαυμάσιες ιστορίες σου!». Ο Σαχριάρ, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τις ενοχές και την ανησυχία του, έδωσε την άδεια του. Και η Σεχραζάτ, με φωνή μελωδική που έμοιαζε με το κελάηδισμα των πουλιών στους κήπους του Ιράμ, άρχισε την πρώτη της ιστορία:
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ
Διηγούνται, ω βασιλιά του χρόνου, πως υπήρχε ένας έμπορος, άνθρωπος ευσεβής και πλούσιος, που ταξίδευε συχνά για τις δικές του εμπορικές υποθέσεις. Μια μέρα, καθώς διέσχιζε μια έρημη περιοχή, κάθισε κάτω από ένα δέντρο για να φάει λίγους χουρμάδες που είχε στο δισάκι του. Καθώς έτρωγε, πετούσε τα κουκούτσια δεξιά και αριστερά. Ξαφνικά, ένας τεράστιος Τζίνι εμφανίστηκε μπροστά του, κρατώντας ένα γυμνό σπαθί που έβγαζε σπίθες. Ο Τζίνι ούρλιαξε: «Σήκω να σε σκοτώσω, όπως σκότωσες τον γιο μου!».
Ο έμπορος, τρέμοντας από τον φόβο, ρώτησε: «Πώς είναι δυνατόν να σκότωσα τον γιο σου, αφού δεν τον είδα ποτέ;». Ο Τζίνι απάντησε: «Όταν πετούσες τα κουκούτσια από τους χουρμάδες, ένα από αυτά χτύπησε τον γιο μου, που περνούσε αόρατος από δίπλα σου, ακριβώς στην καρδιά, και πέθανε επιτόπου. Το αίμα ζητά αίμα!». Ο έμπορος άρχισε να κλαίει και να απαγγέλλει στίχους για την αδικία της μοίρας:
«Ο άνθρωπος ρίχνει το δίχτυ του στην τύχη, χωρίς να ξέρει τι θα ανασύρει από τον βυθό. Μια στιγμή αμελείας φέρνει τον όλεθρο, και η χαρά μετατρέπεται σε πένθος πριν δύσει ο ήλιος. Ω Θεέ, εσύ που γνωρίζεις τα κρυφά της καρδιάς, δείξε έλεος σε έναν αθώο που το κρίμα του είναι η άγνοια.»
Ο Τζίνι όμως ήταν αμείλικτος. Ο έμπορος τον παρακάλεσε να του δώσει ένα χρόνο προθεσμία για να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του, να πληρώσει τα χρέη του και να αποχαιρετήσει την οικογένειά του, ορκιζόμενος στον Θεό πως θα επέστρεφε στον ίδιο τόπο την επόμενη χρονιά. Ο Τζίνι δέχτηκε τον όρκο και εξαφανίστηκε.
Ο έμπορος επέστρεψε στο σπίτι του και η θλίψη του ήταν τόσο μεγάλη που ολόκληρη η πόλη θρήνησε μαζί του. Μόλις πέρασε ο χρόνος, πήρε το σάβανό του υπό μάλης και πήγε στο ραντεβού του θανάτου κάτω από το δέντρο. Καθώς περίμενε, τρεις γέροντες πέρασαν από εκεί: ο ένας οδηγούσε μια γαζέλα, ο δεύτερος δύο μαύρα σκυλιά και ο τρίτος μια φοράδα. Όταν έμαθαν την ιστορία του εμπόρου, αποφάσισαν να μείνουν μαζί του για να δουν το τέλος αυτής της παράξενης υπόθεσης.
Ξαφνικά, ο Τζίνι εμφανίστηκε μέσα σε μια θύελλα άμμου. Πριν προλάβει να χτυπήσει τον έμπορο, ο πρώτος γέροντας, αυτός με τη γαζέλα, πλησίασε τον Τζίνι και του είπε: «Ω Άρχοντα των Τζίνι, αν σου διηγηθώ την ιστορία μου με αυτή τη γαζέλα και τη βρεις πιο θαυμαστή από την ιστορία αυτού του εμπόρου, θα μου χαρίσεις το ένα τρίτο από το αίμα του;». Ο Τζίνι δέχτηκε.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (Με τη Γαζέλα)
Αυτή η γαζέλα που βλέπεις, ω Τζίνι, είναι η ξαδέλφη μου και η νόμιμη σύζυγός μου. Την παντρεύτηκα όταν ήμασταν και οι δύο νέοι και ζήσαμε μαζί τριάντα χρόνια, αλλά ο Θεός δεν μας χάρισε παιδιά. Έτσι, πήρα μια παλλακίδα, η οποία μου γέννησε έναν γιο, όμορφο σαν την πανσέληνο. Η σύζυγός μου όμως, τυφλωμένη από τη ζήλια, έμαθε τη μαύρη μαγεία. Μια μέρα που έλειπα σε ταξίδι, μεταμόρφωσε την παλλακίδα σε αγελάδα και τον γιο μου σε μοσχάρι.
Όταν επέστρεψα, μου είπε πως η παλλακίδα πέθανε και ο γιος μου χάθηκε. Μετά από καιρό, την ημέρα της γιορτής των θυσιών, διέταξα τον βοσκό να μου φέρει μια παχιά αγελάδα για σφαγή. Μου έφερε την ίδια μου την παλλακίδα μεταμορφωμένη. Εκείνη άρχισε να μουγκρίζει με θλίψη και να δακρύζει, αλλά εγώ, χωρίς να καταλαβαίνω, διέταξα τη σφαγή της. Όταν όμως την έγδαραν, δεν βρήκαν παρά κόκκαλα και δέρμα. Μετά, ο βοσκός μου έφερε το μοσχάρι. Μόλις με είδε, άρχισε να τρίβεται πάνω μου και να κλαίει σαν άνθρωπος. Η καρδιά μου ράγισε και αρνήθηκα να το σφάξω.
Τότε, η κόρη του βοσκού, που ήξερε κι εκείνη από μαγεία, μου αποκάλυψε την αλήθεια. Της ζήτησα να λύσει τα μάγια. Εκείνη δέχτηκε, με τον όρο να παντρευτεί τον γιο μου και να μεταμορφώσει τη σύζυγό μου σε γαζέλα, ώστε να μην μας βλάψει ποτέ ξανά. Έτσι έγινε. Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία μου.
Ο Τζίνι έμεινε έκπληκτος και χάρισε το ένα τρίτο της ποινής του εμπόρου. Τότε, ο δεύτερος γέροντας, αυτός με τα δύο μαύρα σκυλιά, πήρε τον λόγο..Ο Τζίνι έμεινε έκπληκτος από την παράξενη μοίρα του πρώτου γέροντα και, τηρώντας την υπόσχεσή του, χάρισε το ένα τρίτο της ποινής του εμπόρου. Τότε, ο δεύτερος γέροντας, που κρατούσε δεμένα τα ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΣΚΥΛΙΑ, πλησίασε τον Τζίνι με δέος αλλά και αποφασιστικότητα.
Υπέκυψε βαθιά και είπε: «Ω πανίσχυρε Άρχοντα των Τζίνι, αν σου διηγηθώ την ιστορία μου με αυτούς τους δύο σκύλους και τη βρεις ακόμα πιο θαυμαστή και απίστευτη από την προηγούμενη, θα μου χαρίσεις το δεύτερο τρίτο του αίματος αυτού του εμπόρου;»
Ο Τζίνι αποκρίθηκε: «Το δέχομαι, γέροντα. Ξεκίνα τη διήγησή σου.»
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΣΚΥΛΙΑ)
«Μάθε, ω μεγάλο Τζίνι, πως αυτοί οι δύο μαύροι σκύλοι που βλέπεις είναι οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί μου. Ο πατέρας μας πέθανε αφήνοντάς μας μια περιουσία τριών χιλιάδων δηναρίων. Με το μερίδιό μου, άνοιξα ένα κατάστημα και άρχισα να εμπορεύομαι με σύνεση.
Ο μεγαλύτερος αδελφός μου όμως, αφού πήρε τα χίλια δηνάριά του, αποφάσισε να ταξιδέψει σε μακρινές χώρες για να εμπορευτεί. Έλειψε έναν ολόκληρο χρόνο, και όταν επέστρεψε, ήταν σε άθλια κατάσταση. Τα ρούχα του ήταν κουρέλια και το πρόσωπό του πεινασμένο. Τον αγκάλιασα και τον ρώτησα: "Αδελφέ μου, τι σου συνέβη;"
Μου απάντησε με λυγμούς: "Έχασα τα πάντα, το εμπόρευμα και τα χρήματα, και γύρισα ζητιάνος". Τον πήρα στο σπίτι μου, τον έλουσα, του έδωσα καινούργια ενδύματα και, αφού υπολόγισα τα κέρδη του καταστήματός μου, είδα πως είχα κερδίσει άλλα χίλια δηνάρια. Χώρισα το κεφάλαιό μου στα δύο και του έδωσα τα μισά, λέγοντάς του: "Πάρε αυτά και ξεκίνα πάλι τη ζωή σου σαν να μην έφυγες ποτέ". Εκείνος δέχτηκε με ευγνωμοσύνη.
Μετά από λίγο καιρό, ο δεύτερος αδελφός μου ένιωσε κι αυτός την επιθυμία να ταξιδέψει. Παρά τις συμβουλές μου, έφυγε και αυτός. Μετά από έναν χρόνο, γύρισε στην ίδια κατάσταση: ρακένδυτος και κατεστραμμένος. Τον δέχτηκα με την ίδια αγάπη, του έδωσα άλλα χίλια δηνάρια από τις οικονομίες μου και τον βοήθησα να ορθοποδήσει.
Πέρασαν έξι χρόνια, και οι δύο αδελφοί μου ήρθαν και με πίεσαν: "Αδελφέ μας, ας πάμε όλοι μαζί σε ένα μεγάλο ταξίδι για εμπόριο. Βαρεθήκαμε την πόλη". Στην αρχή αρνήθηκα, θυμούμενος τις αποτυχίες τους, αλλά μετά από συνεχή παρακάλια, υποχώρησα. Πουλήσαμε τα πάντα, συγκεντρώσαμε έξι χιλιάδες δηνάρια και ξεκινήσαμε.
Στον δρόμο, συνάντησα μια κοπέλα πανέμορφη αλλά φτωχοντυμένη. Με παρακάλεσε να την παντρευτώ και να την πάρω μαζί μου, λέγοντάς μου: "Πάρε με και θα δεις πως θα σου φέρω τύχη". Η καρδιά μου μαλάκωσε, την παντρεύτηκα και την αγάπησα βαθιά.
Όμως η ζήλια φώλιασε στις καρδιές των αδελφών μου. Βλέποντας τα πλούτη μου και την ευτυχία μου, συνωμότησαν να με σκοτώσουν. Μια νύχτα, ενώ κοιμόμασταν στο καράβι, μας άρπαξαν και μας πέταξαν στη θάλασσα.
Τότε όμως φάνηκε το θαύμα! Η γυναίκα μου δεν ήταν μια απλή θνητή, αλλά μια ΝΕΡΑΪΔΑ που με αγαπούσε. Με άρπαξε από τα κύματα και με μετέφερε σε ένα νησί. Μου είπε: "Εγώ σε έσωσα, γιατί είσαι καλός άνθρωπος. Τώρα όμως θα σκοτώσω τους αδελφούς σου για την προδοσία τους".
Την ικέτευσα με δάκρυα στα μάτια: "Σε παρακαλώ, μην το κάνεις! Το κακό που μου έκαναν είναι μεγάλο, αλλά παραμένουν αδέλφια μου". Εκείνη οργίστηκε, αλλά τελικά υποχώρησε. "Δεν θα τους σκοτώσω", είπε, "αλλά θα τους τιμωρήσω".
Με μια μαγική κίνηση και μερικά λόγια, τους μεταμόρφωσε σε αυτούς εδώ τους ΔΥΟ ΜΑΥΡΟΥΣ ΣΚΥΛΟΥΣ. Μου είπε πως θα παραμείνουν έτσι για δέκα χρόνια, εκτός αν κάποιος λύσει τα μάγια. Από τότε τους έχω μαζί μου, τους φροντίζω και τους προστατεύω, περιμένοντας τη μέρα της λύτρωσής τους.
Αυτή είναι η ιστορία μου, ω Τζίνι. Δεν είναι θαυμαστή;»
Ο Τζίνι βρυχήθηκε από έκπληξη και είπε: «Μα το Θεό, αυτή η ιστορία είναι όντως απίστευτη! Σου χαρίζω το δεύτερο τρίτο του αίματος του εμπόρου».
Τότε, ο τρίτος γέροντας, που είχε μαζί του ένα ΜΟΥΛΑΡΙ, πλησίασε και είπε..Τότε, ο τρίτος γέροντας, που είχε μαζί του ένα ΜΟΥΛΑΡΙ, πλησίασε τον Τζίνι και υπέκυψε με σεβασμό. «Ω Άρχοντα των Τζίνι και κυρίαρχε των πνευμάτων», είπε, «αν σου διηγηθώ την ιστορία μου με αυτό το μούλαρι και τη βρεις πιο θαυμαστή από τις δύο προηγούμενες, θα μου χαρίσεις το τελευταίο τρίτο της ποινής αυτού του εμπόρου;»
Ο Τζίνι αποκρίθηκε με περιέργεια: «Αν η ιστορία σου είναι όντως ανώτερη των άλλων, θα το κάνω».
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (ΜΕ ΤΟ ΜΟΥΛΑΡΙ)
Μάθε, ω πανίσχυρο Τζίνι, πως αυτό το μούλαρι που βλέπεις δεν είναι ζώο, αλλά η ίδια η σύζυγός μου. Όπως και ο πρώτος γέροντας, έτσι κι εγώ παντρεύτηκα μια γυναίκα που αγαπούσα, αλλά δυστυχώς εκείνη γνώριζε τις σκοτεινές τέχνες της μαγείας και της γητείας.
Μια μέρα, επέστρεψα στο σπίτι μου νωρίτερα από το συνηθισμένο και την είδα να κάθεται με έναν ξένο άνδρα. Μόλις με αντιλήφθηκε, αντί να μετανιώσει, σηκώθηκε οργισμένη. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, πήρε ένα κύπελλο με νερό, ψιθύρισε πάνω του μερικά μαγικά λόγια και με κατάβρεξε λέγοντας: «Φύγε από την ανθρώπινη μορφή σου και γίνε ένας σκύλος!»
Αμέσως, το σώμα μου άλλαξε. Έγινα ένας σκύλος και με έδιωξε από το ίδιο μου το σπίτι με κλωτσιές. Περιπλανήθηκα στους δρόμους πεινασμένος, μέχρι που έφτασα έξω από ένα κρεοπωλείο. Ο κρεοπώλης, βλέποντας την ταλαιπωρία μου, με λυπήθηκε και μου πέταξε μερικά κομμάτια κρέας. Με πήρε μαζί του στο σπίτι του, αλλά εκεί συνέβη κάτι αναπάντεχο.
Η κόρη του κρεοπώλη, μόλις με είδε, κάλυψε το πρόσωπό της. «Πατέρα», είπε, «γιατί φέρνεις έναν άνδρα μέσα στο σπίτι μας;» Ο κρεοπώλης απόρησε: «Πού βλέπεις τον άνδρα; Ένας σκύλος είναι!» Τότε εκείνη του εξήγησε πως γνώριζε κι αυτή τη μαγεία και πως έβλεπε την αληθινή μου μορφή πίσω από τα μάγια της γυναίκας μου.
Την παρακάλεσα με τα μάτια μου και εκείνη με λυπήθηκε. Πήρε λίγο νερό, πρόφερε μερικές ευχές και με ράντισε. Αμέσως ξαναέγινα άνθρωπος! Τότε την ικέτευσα: «Σε παρακαλώ, δώσε μου τον τρόπο να τιμωρήσω τη γυναίκα μου για το κακό που μου έκανε». Η κοπέλα μου έδωσε λίγο μαγικό νερό και μου είπε: «Όταν την βρεις να κοιμάται, ρίξε της αυτό το νερό και πες της να γίνει ό,τι ζώο επιθυμείς».
Έτσι κι έκανα. Επέστρεψα κρυφά στο σπίτι, βρήκα τη σύζυγό μου και την κατάβρεξα με το νερό φωνάζοντας: «Εγκατάλειψε την ανθρώπινη μορφή σου και γίνε ένα μούλαρι!» Από εκείνη τη στιγμή, έχει αυτή τη μορφή που βλέπεις μπροστά σου. Την περιφέρω μαζί μου για να τη βλέπουν όλοι και να θυμάμαι την προδοσία της, αλλά και τη σωτηρία μου.
Αυτή, ω Τζίνι, είναι η ιστορία μου.
Ο Τζίνι, ακούγοντας και αυτή την απίστευτη διήγηση, ένιωσε την οργή του να σβήνει τελείως. «Πράγματι», είπε, «οι ιστορίες σας ήταν γεμάτες θαύματα. Χαρίζω τη ζωή στον έμπορο και του επιτρέπω να επιστρέψει στην οικογένειά του».
Ο έμπορος, τρελός από χαρά, ευχαρίστησε τους τρεις γέροντες που του έσωσαν τη ζωή με τα λόγια τους. Τους αγκάλιασε και τους πρόσφερε δώρα, και στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι του, όπου έζησε με τα παιδιά και τη γυναίκα του με ευτυχία μέχρι το τέλος των ημερών του.
Όταν η Σεχραζάτ τελείωσε αυτή την ιστορία, είδε πως ο Βασιλιάς Σαχριάρ ήταν μαγεμένος από τα λόγια της. «Αυτή η ιστορία ήταν υπέροχη», είπε ο Βασιλιάς. Τότε η Σεχραζάτ χαμογέλασε και αποκρίθηκε: «Ω βασιλιά μου, αυτή δεν είναι τίποτα μπροστά σε εκείνη που θα σου διηγηθώ την επόμενη νύχτα, αν μου επιτρέψεις να ζήσω...»
Θα συνεχίσω λοιπόν με την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ, τηρώντας την οδηγία σου για τη μέγιστη δυνατή έκταση και λεπτομέρεια, χωρίς να παραλείψω κανέναν διάλογο ή περιγραφή, ώστε να καλύψουμε την πλήρη έκταση του πρωτοτύπου.
Μάθε λοιπόν, ω ευτυχισμένε Βασιλιά, πως όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, η Σεχραζάτ ξεκίνησε τη διήγησή της ως εξής:
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΖΙΝΙ
Λένε, ω μεγαλειότατε, πως υπήρχε κάποτε ένας ψαράς, προχωρημένος στην ηλικία, ο οποίος ήταν τόσο φτωχός που μετά βίας έβγαζε το ψωμί για τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του. Είχε όμως ένα τάμα στον εαυτό του: να ρίχνει τα δίχτυα του στη θάλασσα μόνο τέσσερις φορές την ημέρα και ούτε μία παραπάνω.
Μια μέρα, την ώρα που το φεγγάρι άρχιζε να χάνεται και ο ήλιος δεν είχε ακόμα προβάλει, ο γέρο-ψαράς κατέβηκε στην ακτή. Έβγαλε τα ρούχα του, έριξε τα δίχτα του και περίμενε. Όταν ένιωσε το βάρος, άρχισε να τραβάει με κόπο, ελπίζοντας σε μια καλή ψαριά. Όμως, αντί για ψάρια, βρήκε μέσα στα δίχτυα του το ψοφίμι ενός γαιδάρου.
«Δεν υπάρχει δύναμη παρά μόνο στον Θεό!» αναστέναξε ο ψαράς. «Τι κακή αρχή για τη σημερινή μέρα». Καθάρισε τα δίχτυα του και τα έριξε για δεύτερη φορά. Όταν τα τράβηξε, ήταν ακόμα πιο βαριά. Η καρδιά του σκίρτησε από χαρά, αλλά όταν τα άνοιξε, βρήκε μέσα ένα μεγάλο πιθάρι γεμάτο λάσπη και άμμο.
Με δάκρυα στα μάτια, ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και είπε: «Ω Θεέ μου, Εσύ ξέρεις πως η μοίρα μου είναι σκληρή. Δώσε μου τη δύναμη να θρέψω την οικογένειά μου». Έριξε τα δίχτυα για τρίτη φορά. Αυτή τη φορά έβγαλε σπασμένα γυαλιά και κοχύλια. Απελπισμένος, αποφάσισε να ρίξει τα δίχτυα για τέταρτη και τελευταία φορά, όπως όριζε το τάμα του.
Προσευχήθηκε με όλη του την ψυχή και έριξε το δίχτυ. Όταν το τράβηξε, ένιωσε κάτι πολύ βαρύ, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν ούτε ψοφίμι, ούτε λάσπη. Μέσα στα δίχτυα υπήρχε ένα ΧΑΛΚΙΝΟ ΠΙΘΑΡΙ, σφραγισμένο με μια μολυβένια σφραγίδα που έφερε το έμβλημα του Μεγάλου Σολομώντα.
Ο ψαράς χάρηκε. «Αυτό θα το πουλήσω στην αγορά του χαλκού και θα πάρω τουλάχιστον δέκα χρυσά δηνάρια», σκέφτηκε. Όμως η περιέργειά του ήταν μεγαλύτερη. Πήρε το μαχαίρι του, έσπασε τη σφραγίδα και άνοιξε το πιθάρι. Στην αρχή δεν βγήκε τίποτα. Έπειτα, ένας πυκνός καπνός άρχισε να βγαίνει από το στόμιο, ανεβαίνοντας ψηλά προς τον ουρανό, μέχρι που κάλυψε ολόκληρη την ακτή.
Ο καπνός άρχισε να πυκνώνει και να παίρνει μορφή, μέχρι που μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο και τρομακτικό ΤΖΙΝΙ. Το κεφάλι του έμοιαζε με τρούλο, τα χέρια του με τσουγκράνες, τα πόδια του με κατάρτια πλοίου και το στόμα του με σπηλιά. Τα μάτια του έλαμπαν σαν αναμμένα κάρβουνα.
Μόλις ο ψαράς είδε το τέρας, άρχισε να τρέμει από τον φόβο του, τα δόντια του χτυπούσαν και τα πόδια του παρέλυσαν. Το Τζίνι, κοιτάζοντας γύρω του, φώναξε με φωνή που έμοιαζε με βροντή: «Δεν υπάρχει άλλος Θεός από τον Αλλάχ και ο Σολομών είναι ο Προφήτης Του!» Έπειτα στράφηκε στον ψαρά και είπε: «Ω Σολομών, Προφήτη του Θεού, μη με σκοτώσεις! Δεν θα ξαναπαρακούσω τις εντολές σου!»
Ο ψαράς, παρά τον τρόμο του, βρήκε το θάρρος να απαντήσει: «Ω Τζίνι, τι λες; Ο Σολομών έχει πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια! Εγώ είμαι ένας φτωχός ψαράς που σε έβγαλε από το πιθάρι».
Ακούγοντας αυτά, το Τζίνι άλλαξε όψη. Το πρόσωπό του έγινε άγριο και σκοτεινό. «Τότε ετοιμάσου να πεθάνεις, γέρο!» είπε με φωνή που έκανε τη γη να σείεται.
«Γιατί;» ρώτησε ο ψαράς έντρομος. «Σου χάρισα την ελευθερία σου! Γιατί θέλεις να με σκοτώσεις;»
Το Τζίνι του απάντησε: «Άκου την ιστορία μου και θα καταλάβεις. Είμαι ένας από τους επαναστάτες δαίμονες που αρνήθηκαν να υπακούσουν στον Σολομώντα. Εκείνος με φυλάκισε σε αυτό το χάλκινο πιθάρι, το σφράγισε με το όνομα του Θεού και με πέταξε στα βάθη της θάλασσας.
Τον πρώτο αιώνα της φυλάκισής μου, είπα μέσα μου: "Όποιος με ελευθερώσει, θα τον κάνω τον πιο πλούσιο άνθρωπο στον κόσμο". Πέρασε ο αιώνας και κανείς δεν με έσωσε. Τον δεύτερο αιώνα, είπα: "Όποιος με ελευθερώσει, θα του ανοίξω όλους τους θησαυρούς της γης". Πάλι τίποτα. Τον τρίτο αιώνα, ορκίστηκα: "Όποιος με ελευθερώσει, θα του εκπληρώσω τρεις επιθυμίες κάθε μέρα". Ούτε τότε ήρθε κανείς.
Τότε, οργισμένος από την εγκατάλειψη, ορκίστηκα στον Θεό: "Όποιος με ελευθερώσει από εδώ και πέρα, θα τον σκοτώσω χωρίς έλεος. Θα του δώσω μόνο το δικαίωμα να διαλέξει με ποιον τρόπο θέλει να πεθάνει". Εσύ, λοιπόν, με ελευθέρωσες σήμερα. Διάλεξε, λοιπόν, τον θάνατό σου!»
Ο ψαράς άρχισε να ικετεύει: «Σε παρακαλώ, ω Τζίνι! Δείξε έλεος για να σου δείξει έλεος και ο Θεός. Μη με σκοτώνεις, γιατί δεν σου έκανα κανένα κακό».
Όμως το Τζίνι ήταν ανένδοτο. «Δεν υπάρχει σωτηρία για σένα. Διάλεξε γρήγορα!»
Τότε ο ψαράς, βλέποντας πως τα λόγια δεν ωφελούσαν, σκέφτηκε: «Αυτό είναι ένα Τζίνι, αλλά εγώ είμαι άνθρωπος και ο Θεός μου έδωσε μυαλό. Θα χρησιμοποιήσω την πονηριά μου για να σωθώ».
Είπε λοιπόν στο Τζίνι: «Αφού είναι γραφτό να πεθάνω, θα δεχτώ τη μοίρα μου. Όμως, πριν πεθάνω, θέλω να σε ρωτήσω κάτι και σε ορκίζω στο όνομα του Σολομώντα να μου πεις την αλήθεια».
Το Τζίνι, ακούγοντας το ιερό όνομα, στάθηκε προσεκτικά. «Ρώτα, αλλά κάνε γρήγορα».
«Είναι δυνατόν», είπε ο ψαράς με αμφιβολία στη φωνή του, «ένα πλάσμα τόσο τεράστιο όσο εσύ, που το κεφάλι του φτάνει στα σύννεφα, να χωρούσε μέσα σε αυτό το μικρό πιθάρι; Το πιθάρι δεν χωράει ούτε το πόδι σου! Δεν σε πιστεύω, εκτός αν το δω με τα ίδια μου τα μάτια».
Το Τζίνι γέλασε με περιφρόνηση. «Δεν με πιστεύεις, ε; Θα σου δείξω!» Αμέσως, άρχισε να μεταμορφώνεται πάλι σε καπνό. Ο καπνός άρχισε να μπαίνει σιγά-σιγά μέσα στο πιθάρι, μέχρι που και η τελευταία σταγόνα καπνού χάθηκε στο εσωτερικό του.
Τότε ο ψαράς, με την ταχύτητα της αστραπής, άρπαξε τη μολυβένια σφραγίδα και την κάρφωσε γερά στο στόμιο του πιθαριού!
Το Τζίνι άρχισε να ουρλιάζει από μέσα, προσπαθώντας να βγει, αλλά η σφραγίδα του Σολομώντα το κρατούσε αιχμάλωτο. «Ψαρά, άνοιξέ μου! Υπόσχομαι να μη σε πειράξω!» φώναζε το Τζίνι με απελπισία.
«Ποτέ!» απάντησε ο ψαράς. «Θα σε πετάξω πίσω στη θάλασσα και θα χτίσω εδώ ένα σπίτι για να προειδοποιώ όλους τους ψαράδες να μην ξαναρίξουν δίχτυα σε αυτό το σημείο. Ήσουν αχάριστος και κακός, και σου αξίζει η μοίρα του ΒΑΣΙΛΙΑ ΓΙΟΥΝΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ ΡΟΥΜΠΑΝ».
«Και ποια είναι αυτή η ιστορία;» ρώτησε το Τζίνι μέσα από το πιθάρι.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΓΙΟΥΝΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ ΡΟΥΜΠΑΝ
(Ο ψαράς άρχισε να διηγείται την ιστορία στο Τζίνι, όπως ακριβώς τη διηγούνταν η Σεχραζάτ στον Βασιλιά):
Μάθε, ω Τζίνι, πως σε μια χώρα της Περσίας ζούσε ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Γιουνάν. Ο βασιλιάς αυτός έπασχε από μια τρομερή λέπρα που κανένας γιατρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Είχε ξοδέψει περιουσίες, αλλά η αρρώστια χειροτέρευε.
Μια μέρα, έφτασε στην πόλη ένας σοφός γιατρός, ο Ρουμπάν. Ήταν γνώστης όλων των επιστημών, των βοτάνων και των άστρων. Όταν έμαθε για την αρρώστια του βασιλιά, παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε: «Μεγαλειότατε, θα σε θεραπεύσω χωρίς να σου δώσω να πιεις φάρμακο και χωρίς να αγγίξω το σώμα σου με αλοιφές».
Ο βασιλιάς απόρησε: «Πώς θα το κάνεις αυτό; Αν τα καταφέρεις, θα σε κάνω τον πιο πλούσιο άνθρωπο στο βασίλειό μου».
Ο γιατρός Ρουμπάν επέστρεψε στο σπίτι του, πήρε ένα μπαστούνι του πόλο, το άνοιξε κρυφά και γέμισε τη λαβή του με σπάνια και μαγικά βότανα. Έπειτα το ξανασφράγισε έτσι που να μην φαίνεται τίποτα. Την επόμενη μέρα πήγε στον βασιλιά και του είπε: «Πάρε αυτό το μπαστούνι και παίξε πόλο με τους αξιωματικούς σου. Πρέπει να χτυπάς τη σφαίρα με δύναμη, μέχρι τα χέρια σου να ιδρώσουν. Όταν ο ιδρώτας σου μπει στη λαβή και αναμειχθεί με τα βότανα, η θεραπεία θα ξεκινήσει. Μετά, πήγαινε στο λουτρό σου, πλύσου και κοιμήσου».
Ο βασιλιάς έκανε ακριβώς ό,τι του είπε ο γιατρός. Έπαιξε με πάθος, ίδρωσε, και μετά το λουτρό έπεσε σε βαθύ ύπνο. Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, κοίταξε το σώμα του και δεν πίστευε στα μάτια του: η λέπρα είχε εξαφανιστεί τελείως! Το δέρμα του ήταν καθαρό και λευκό σαν το ασήμι.
Γεμάτος ευγνωμοσύνη, κάλεσε τον γιατρό Ρουμπάν, τον κάθισε δίπλα του στο θρόνο, του χάρισε χρυσάφι, ακριβά υφάσματα και τον έκανε τον πιο στενό του σύμβουλο.
Όμως, ω Τζίνι, ο βασιλιάς είχε έναν Βεζίρη φθονερό και κακόψυχο. Βλέποντας την εύνοια που απολάμβανε ο γιατρός, η ζήλια του έκαψε τα σωθικά. Πλησίασε τον βασιλιά και του ψιθύρισε: «Μεγαλειότατε, κινδυνεύει η ζωή σου! Αυτός ο γιατρός είναι κατάσκοπος και ήρθε να σε σκοτώσει».
Ο βασιλιάς θύμωσε: «Τι λες; Αυτός ο άνθρωπος με θεράπευσε! Είναι ο σωτήρας μου».
Αλλά ο Βεζίρης ήταν πονηρός. «Σκέψου, βασιλιά μου: Αν μπόρεσε να σε θεραπεύσει χωρίς καν να σε αγγίξει, μόνο με τη λαβή ενός μπαστουνιού, δεν θα μπορεί να σε σκοτώσει με τον ίδιο εύκολο τρόπο; Σήμερα σε θεράπευσε, αύριο μπορεί να σε δηλητηριάσει με μια μυρωδιά».
Σιγά-σιγά, οι αμφιβολίες άρχισαν να τρώνε το μυαλό του βασιλιά Γιουνάν. Ο φόβος νίκησε την ευγνωμοσύνη. Κάλεσε τον γιατρό Ρουμπάν και του είπε: «Σε κάλεσα για να σε σκοτώσω, γιατί έμαθα πως είσαι προδότης».
Ο γιατρός έμεινε άναυδος. «Γιατί, μεγαλειότατε; Τι σου έκανα; Σε παρακαλώ, χάρισέ μου τη ζωή, για να σου τη χαρίσει ο Θεός. Μη με σκοτώνεις, γιατί θα τιμωρηθείς».
Αλλά ο βασιλιάς, τυφλωμένος από τις ραδιουργίες του Βεζίρη, διέταξε τον δήμιο να ετοιμάσει το σπαθί του.
Τότε ο γιατρός Ρουμπάν, βλέποντας πως το τέλος του πλησίαζε, είπε: «Αφού επιμένεις, επέτρεψέ μου τουλάχιστον να πάω στο σπίτι μου για μία μέρα. Θα τακτοποιήσω τις υποθέσεις μου, θα αποχαιρετήσω την οικογένειά μου και θα σου φέρω το πιο πολύτιμο βιβλίο μου. Είναι ένα βιβλίο που περιέχει όλα τα μυστικά του κόσμου. Όταν με αποκεφαλίσεις, άνοιξε τη σελίδα έξι και διάβασε τρεις στίχους. Τότε, το κομμένο κεφάλι μου θα αρχίσει να σου μιλάει και να απαντά σε ό,τι το ρωτήσεις».
Ο βασιλιάς, γεμάτος περιέργεια για αυτό το θαύμα, δέχτηκε. Την επόμενη μέρα, ο γιατρός επέστρεψε στο παλάτι. Κρατούσε ένα παλιό, χοντρό βιβλίο και ένα δοχείο με μια ειδική σκόνη. Γονάτισε μπροστά στον βασιλιά και του είπε: «Πάρε αυτό το βιβλίο. Μετά την εκτέλεση, τοποθέτησε το κεφάλι μου πάνω στο δοχείο με τη σκόνη για να σταματήσει το αίμα, και μετά άνοιξε το βιβλίο».
Ο δήμιος σήκωσε το σπαθί και με ένα χτύπημα έκοψε το κεφάλι του γιατρού. Το κεφάλι έπεσε μέσα στο δοχείο. Τότε, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, τα μάτια του νεκρού γιατρού άνοιξαν και το στόμα του είπε: «Βασιλιά, άνοιξε τώρα το βιβλίο».
Ο βασιλιάς Γιουνάν άνοιξε το βιβλίο, αλλά οι σελίδες ήταν κολλημένες μεταξύ τους. Για να τις ξεκολλήσει, έβαζε το δάχτυλό του στο στόμα του, το σάλιωνε και γύριζε τη σελίδα. Έκανε το ίδιο για την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη σελίδα... μέχρι που έφτασε στην έκτη.
«Δεν βλέπω τίποτα γραμμένο!» είπε ο βασιλιάς.
«Συνέχισε να γυρίζεις», είπε το κεφάλι με ένα παράξενο χαμόγελο.
Ξαφνικά, ο βασιλιάς ένιωσε μια ζάλη. Το σώμα του άρχισε να τρέμει και τα μάτια του θόλωσαν. Οι σελίδες του βιβλίου ήταν ποτισμένες με ένα πανίσχυρο, θανατηφόρο δηλητήριο. Καθώς ο βασιλιάς σάλιωνε το δάχτυλό του για να γυρίσει τις σελίδες, το δηλητήριο πέρασε στο αίμα του.
Ο γιατρός Ρουμπάν, με τις τελευταίες του ανάσες, είπε: «Βασιλιά, έτσι τιμωρούνται όσοι ανταποδίδουν το καλό με το κακό. Εγώ σου χάρισα τη ζωή και εσύ μου την πήρες. Τώρα, θα πεθάνεις κι εσύ».
Μετά από λίγα λεπτά, ο βασιλιάς Γιουνάν έπεσε νεκρός από το θρόνο του, δίπλα στο κεφάλι του γιατρού που είχε πάρει την εκδίκησή του.
«Βλέπεις λοιπόν, ω Τζίνι;» συνέχισε ο ψαράς στην ακτή της θάλασσας. «Αν με είχες αφήσει να ζήσω, θα σε άφηνα κι εγώ ελεύθερο. Αλλά εσύ ήθελες τον θάνατό μου, γι' αυτό τώρα θα μείνεις για πάντα στο πιθάρι».
Το Τζίνι, καταλαβαίνοντας πως ο ψαράς δεν αστειευόταν, άρχισε να φωνάζει: «Σε ικετεύω! Άνοιξε και σου ορκίζομαι στον Θεό πως όχι μόνο δεν θα σε πειράξω, αλλά θα σε κάνω τον πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου. Θα σου δείξω κάτι που δεν έχεις δει ποτέ ξανά!»
Ο ψαράς στάθηκε σκεπτικός. «Αν σε βγάλω, θα κρατήσεις τον όρκο σου;»
«Ορκίζομαι!» φώναξε το Τζίνι.
Ο ψαράς, παίρνοντας το ρίσκο, έβγαλε τη σφραγίδα. Ο καπνός βγήκε πάλι και το Τζίνι πήρε την τρομακτική του μορφή. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κλωτσήσει το πιθάρι μακριά μέσα στη θάλασσα. Ο ψαράς φοβήθηκε πως το Τζίνι θα τον σκότωνε, αλλά εκείνο του είπε: «Ακολούθησέ με».
Τον οδήγησε μέσα από βουνά και κοιλάδες, μέχρι που έφτασαν σε μια ερημιά. Εκεί υπήρχε μια λίμνη ανάμεσα σε τέσσερις λόφους. Τα νερά της ήταν κρυστάλλινα και μέσα κολυμπούσαν ψάρια σε τέσσερα χρώματα: ΛΕΥΚΑ, ΚΟΚΚΙΝΑ, ΜΠΛΕ ΚΑΙ ΚΙΤΡΙΝΑ.
«Ρίξε τα δίχτυα σου εδώ», είπε το Τζίνι.
Ο ψαράς έριξε τα δίχτυα και έβγαλε τέσσερα ψάρια, ένα από κάθε χρώμα. Το Τζίνι του είπε: «Πήγαινε αυτά τα ψάρια στον Σουλτάνο της πόλης σου και θα δεις τι θα συμβεί. Αλλά να θυμάσαι: να ψαρεύεις σε αυτή τη λίμνη μόνο μία φορά την ημέρα». Με αυτά τα λόγια, το Τζίνι χτύπησε το πόδι του στη γη, η γη άνοιξε και το πνεύμα εξαφανίστηκε.
Ο ψαράς, γεμάτος απορία, πήρε τα ψάρια και πήγε στο παλάτι του Σουλτάνου. Μόλις ο Σουλτάνος είδε τα παράξενα ψάρια, έμεινε έκπληκτος. «Δεν έχω δει ποτέ τέτοια πλάσματα!» είπε και διέταξε να δώσουν στον ψαρά τετρακόσια χρυσά δηνάρια.
Έδωσε τα ψάρια στη μαγείρισσα για να τα τηγανίσει. Όταν όμως εκείνη τα έβαλε στο τηγάνι και άρχισαν να ψήνονται, συνέβη κάτι μαγικό: ο τοίχος της κουζίνας άνοιξε και βγήκε μια πανέμορφη κοπέλα που κρατούσε ένα ραβδί. Πλησίασε το τηγάνι και είπε: «Ψάρια, ψάρια, τηρείτε την υπόσχεσή σας;»
Τα ψάρια σήκωσαν τα κεφάλια τους και απάντησαν: «Ναι, τηρούμε! Αν εσύ πληρώσεις, εμείς πληρώνουμε. Αν εσύ κρατήσεις τον λόγο σου, εμείς τον κρατάμε».
Η κοπέλα τότε αναποδογύρισε το τηγάνι και χάθηκε μέσα στον τοίχο, ο οποίος έκλεισε αμέσως. Η μαγείρισσα έμεινε να κοιτάζει τα ψάρια, που είχαν γίνει κάρβουνο. Όταν ο Σουλτάνος έμαθε τι συνέβη, θέλησε να το δει με τα μάτια του.
Κάλεσε πάλι τον ψαρά, του ζήτησε άλλα τέσσερα ψάρια και την επόμενη μέρα τα έβαλαν στο τηγάνι παρουσία του Σουλτάνου. Το θαύμα επαναλήφθηκε. Ο τοίχος άνοιξε, η κοπέλα βγήκε, έκανε την ίδια ερώτηση και τα ψάρια απάντησαν το ίδιο.
Ο Σουλτάνος κατάλαβε πως εδώ κρυβόταν ένα μεγάλο μυστήριο. «Πρέπει να μάθω τι συμβαίνει με αυτή τη λίμνη και αυτά τα ψάρια», είπε. Κάλεσε τον ψαρά και τον διέταξε να τον οδηγήσει στο σημείο εκείνο.
Όταν έφτασαν στη λίμνη ανάμεσα στους τέσσερις λόφους, ο Σουλτάνος είδε τα χρωματιστά ψάρια και απόρησε, καθώς δεν ήξερε πως υπήρχε λίμνη τόσο κοντά στην πόλη του. Αποφάσισε να εξερευνήσει την περιοχή μόνος του τη νύχτα.
Περπατώντας, είδε στο βάθος ένα μεγαλοπρεπές παλάτι χτισμένο από μαύρο μάρμαρο και στολισμένο με χρυσάφι. Πλησίασε, αλλά οι πύλες ήταν ανοιχτές και δεν υπήρχε κανείς φύλακας. «Υπάρχει κανείς εδώ;» φώναξε, αλλά απάντηση δεν πήρε.
Προχώρησε στο εσωτερικό του παλατιού. Όλα ήταν πολυτελή: μεταξωτά χαλιά, σιντριβάνια και πολύτιμοι λίθοι. Ξαφνικά, άκουσε έναν θλιμμένο θρήνο. Ακολούθησε τη φωνή και έφτασε σε μια αίθουσα όπου καθόταν ένας νέος άνδρας, όμορφος σαν τον ήλιο, αλλά το πρόσωπό του ήταν γεμάτο πόνο.
«Ω νέε μου, γιατί κλαις;» ρώτησε ο Σουλτάνος. «Και γιατί είσαι μόνος σε αυτό το παλάτι;»
Ο νέος αναστέναξε και σήκωσε τον μανδύα του. Ο Σουλτάνος έβγαλε μια κραυγή τρόμου. Από τη μέση και πάνω ο νέος ήταν άνθρωπος, αλλά από τη μέση και κάτω είχε μεταμορφωθεί σε ΜΑΥΡΟ ΜΑΡΜΑΡΟ.
«Αυτή είναι η κατάρα μου», είπε ο νέος. «Και αν θέλεις να μάθεις την ιστορία μου, άκου την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ».
Σε αυτό το σημείο, ω Βασιλιά μου, η Σεχραζάτ σταμάτησε, καθώς ο ήλιος άρχισε να προβάλλει. Ο Σαχριάρ, που η περιέργειά του είχε φτάσει στο κατακόρυφο, αποφάσισε να την αφήσει να ζήσει άλλη μια μέρα για να μάθει γιατί ο πρίγκιπας είχε γίνει μάρμαρο και ποιο ήταν το μυστικό της λίμνης με τα χρωματιστά ψάρια.
Μάθε λοιπόν, ω μεγαλειότατε Βασιλιά, πως ο νέος άνδρας, με τα μάτια βουρκωμένα, άρχισε να διηγείται την ιστορία του στον Σουλτάνο, ενώ το μαρμαρωμένο του σώμα παρέμενε ακίνητο πάνω στον θρόνο.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ
Γνώριζε, ω ξένε, πως ο πατέρας μου ήταν ο Βασιλιάς των Μαύρων Νησιών, της χώρας που περιλαμβάνει τους τέσσερις λόφους που είδες. Όταν εκείνος πέθανε, ανέβηκα εγώ στον θρόνο και παντρεύτηκα την ξαδέλφη μου, την οποία αγαπούσα περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο. Ζήσαμε ευτυχισμένοι για πέντε χρόνια, μέχρι που μια μέρα ανακάλυψα την πικρή αλήθεια.
Επέστρεφα από το κυνήγι και ένιωσα μια ξαφνική αδιαθεσία. Πήγα στην κρεβατοκάμαρά μου για να ξεκουραστώ. Εκεί, άκουσα δύο υπηρέτριες να ψιθυρίζουν μεταξύ τους, νομίζοντας πως κοιμόμουν. «Τι κρίμα για τον κύριό μας», έλεγε η μία, «να αγαπά τόσο πολύ μια γυναίκα που κάθε νύχτα τον ποτίζει με υπνωτικό και φεύγει για να συναντήσει τον εραστή της».
Η καρδιά μου ράγισε. Εκείνη τη νύχτα, όταν η σύζυγός μου μου έφερε το συνηθισμένο ποτήρι με το κρασί, προσποιήθηκα πως το ήπια, αλλά το έχυσα κρυφά στα ρούχα μου. Έκλεισα τα μάτια και έκανα πως κοιμάμαι βαθιά. Τότε την είδα να σηκώνεται, να φορά τα καλά της ρούχα και να ψιθυρίζει: «Κοιμήσου και μακάρι να μην ξυπνήσεις ποτέ».
Την ακολούθησα κρυφά έξω από το παλάτι, μέχρι τα ερείπια μιας παλιάς πόλης. Εκεί, μέσα σε μια άθλια καλύβα, βρήκα τον εραστή της, έναν σκλάβο που της μιλούσε με σκληρά λόγια κι εκείνη τον παρακαλούσε για μια του ματιά. Η οργή με κύρισε. Έβγαλα το σπαθί μου και χτύπησα τον άνδρα στο λαιμό. Νόμιζα πως τον σκότωσα, αλλά η πληγή δεν ήταν θανατηφόρα. Φοβισμένος από τις κραυγές της γυναίκας μου, έφυγα τρέχοντας και επέστρεψα στο παλάτι.
Την επόμενη μέρα, η σύζυγός μου εμφανίστηκε με τα ρούχα του πένθους. «Πέθανε η μητέρα μου και τα αδέλφια μου», μου είπε κλαίγοντας, και μου ζήτησε να της χτίσω ένα μαυσωλείο μέσα στον κήπο του παλατιού για να θρηνεί. Της το επέτρεψα. Εκεί μετέφερε κρυφά τον εραστή της, ο οποίος ήταν πλέον ανάπηρος και δεν μπορούσε να μιλήσει, και τον φρόντιζε καθημερινά με μαγικά φίλτρα για να τον κρατήσει στη ζωή.
Έναν χρόνο αργότερα, την ακολούθησα ξανά στο μαυσωλείο. Την άκουσα να λέει στον εραστή της: «Γιατί δεν μου μιλάς; Πότε θα γιατρευτείς;» Τότε δεν άντεξα άλλο. Βγήκα μπροστά της με το σπαθί μου. Εκείνη όμως, μόλις με είδε, άρχισε να προφέρει λόγια που δεν κατάλαβαινε ανθρώπινο αυτί. Τα μάτια της έβγαζαν σπίθες. Πριν προλάβω να αντιδράσω, με ράντισε με μαγικό νερό και φώναξε: «Γίνε μισός μάρμαρο και μισός άνθρωπος!»
Αμέσως, το κάτω μέρος του σώματός μου πέτρωσε. Αλλά η εκδίκησή της δεν σταμάτησε εκεί. Με τη μαύρη μαγεία της, μεταμόρφωσε ολόκληρη την πόλη μου σε λίμνη και τους υπηκόους μου σε ψάρια. Οι Μουσουλμάνοι έγιναν τα λευκά ψάρια, οι Πυρολάτρες τα κόκκινα, οι Χριστιανοί τα μπλε και οι Εβραίοι τα κίτρινα. Κάθε μέρα έρχεται εδώ και με μαστιγώνει με εκατό χτυπήματα, μέχρι που το αίμα τρέχει στις μαρμάρινες πλευρές μου, και μετά πηγαίνει στο μαυσωλείο για να θρηνήσει τον εραστή της.
Ο Σουλτάνος, ακούγοντας αυτή την τραγική ιστορία, ένιωσε μεγάλη οργή. «Μην ανησυχείς, νέε μου», είπε. «Θα σε βοηθήσω να ελευθερωθείς».
Περίμενε μέχρι τη νύχτα. Ο Σουλτάνος πήγε κρυφά στο μαυσωλείο, σκότωσε τον πληγωμένο εραστή και πέταξε το πτώμα του σε ένα πηγάδι. Έπειτα, ξάπλωσε ο ίδιος στο κρεβάτι και καλύφθηκε με τα σεντόνια, περιμένοντας τη μάγισσα.
Όταν η γυναίκα έφτασε και άρχισε να μιλά στον εραστή της, ο Σουλτάνος, αλλάζοντας τη φωνή του ώστε να μοιάζει με τη φωνή του ετοιμοθάνατου, της απάντησε: «Δεν μπορώ να γιατρευτώ, γιατί οι κραυγές του συζύγου σου και τα βάσανα των κατοίκων της πόλης δεν με αφήνουν να ησυχάσω. Αν θέλεις να γίνω καλά, πήγαινε και λύσε τα μάγια».
Η μάγισσα, γεμάτη χαρά που άκουσε επιτέλους τη φωνή του αγαπημένου της, έτρεξε στο παλάτι. Ράντισε τον πρίγκιπα με μαγικό νερό και τον επανέφερε στην ανθρώπινη μορφή του. Έπειτα πήγε στη λίμνη, πρόφερε μερικά λόγια και αμέσως τα ψάρια έγιναν πάλι άνθρωποι και η λίμνη ξαναέγινε η μεγάλη πόλη με τα καταστήματα και τα σπίτια της.
Επέστρεψε τρέχοντας στο μαυσωλείο και φώναξε: «Τα έκανα όλα! Τώρα μίλησέ μου πάλι!» Τότε ο Σουλτάνος σηκώθηκε από το κρεβάτι, έβγαλε το σπαθί του και με μια κίνηση την έκοψε στα δύο.
Ο πρίγκιπας και ο Σουλτάνος αγκαλιάστηκαν. Ο Σουλτάνος κάλεσε τον ψαρά και τον έκανε τον πιο πλούσιο άνθρωπο της χώρας, αφού χάρη σε αυτόν αποκαλύφθηκε το μυστήριο. Ο πρίγκιπας και ο Σουλτάνος έγιναν αδελφικοί φίλοι και κυβέρνησαν τις χώρες τους με σοφία και δικαιοσύνη.
Όταν η Σεχραζάτ τελείωσε και αυτή τη διήγηση, ο Βασιλιάς Σαχριάρ ήταν πλέον απόλυτα γοητευμένος. Η Σεχραζάτ όμως, πάντα προνοητική, του είπε: «Αν σου άρεσε αυτή η ιστορία, αύριο θα σου πω την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΤΗΣ ΒΑΓΔΑΤΗΣ, που είναι ακόμα πιο παράξενη και γεμάτη μυστικά».
Μάθε λοιπόν, ω ευτυχισμένε Βασιλιά, πως η Σεχραζάτ, με τη γλυκιά και σταθερή φωνή της, άρχισε να ξετυλίγει το νήμα μιας από τις πιο θαυμαστές περιπέτειες που ακούστηκαν ποτέ στην ένδοξη Βαγδάτη.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΤΗΣ ΒΑΓΔΑΤΗΣ
Λένε, μεγαλειότατε, πως ζούσε κάποτε στη Βαγδάτη ένας άνδρας που εργαζόταν ως μεταφορέας στην αγορά. Ήταν ένας άνθρωπος απλός, εργατικός και πάντα πρόθυμος να εξυπηρετήσει. Μια μέρα, καθώς καθόταν με το καλάθι του περιμένοντας δουλειά, τον πλησίασε μια γυναίκα τυλιγμένη σε έναν ολομέταξο μανδύα, με το πρόσωπο καλυμμένο από ένα λεπτό πέπλο. Τα μάτια της έλαμπαν σαν δύο αστέρια και η φωνή της ήταν πιο μελωδική από το τραγούδι του αηδονιού.
«Πάρε το καλάθι σου και ακολούθησέ με», του είπε με ευγένεια.
Ο μεταφορέας, μαγεμένος από την παρουσία της, την ακολούθησε στις πλούσιες αγορές της πόλης. Σταμάτησαν πρώτα σε έναν έμπορο φρούτων και η κυρία αγόρασε τα πιο εκλεκτά μήλα της Συρίας, κυδώνια της Τουρκίας, ροδάκινα του Ομάν και αγγούρια του Νείλου. Γέμισαν το καλάθι με ξηρούς καρπούς, φιστίκια, αμύγδαλα και σταφίδες. Μετά πήγαν στον κρεοπώλη, όπου αγόρασε το πιο τρυφερό κρέας, και στον έμπορο μπαχαρικών για να πάρει κανέλα, γαρύφαλλο και μοσχοκάρυδο. Το καλάθι είχε γίνει πια πολύ βαρύ, αλλά ο μεταφορέας δεν παραπονιόταν, κοιτάζοντας την κομψή φιγούρα της κυρίας που προπορευόταν.
Τελικά, έφτασαν μπροστά σε μια μεγάλη πύλη από έβενο. Η κυρία χτύπησε την πόρτα και αμέσως άνοιξε μια δεύτερη γυναίκα, εξίσου όμορφη, που φορούσε ένα φόρεμα από κόκκινο μετάξι. Ο μεταφορέας έφερε τα πράγματα μέσα στο σπίτι και έμεινε άναυδος. Το παλάτι ήταν στολισμένο με χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμα πετράδια, ενώ στο κέντρο υπήρχε μια αυλή με ένα σιντριβάνι από μάρμαρο.
Εκεί εμφανίστηκε και μια τρίτη κυρία, η μεγαλύτερη από τις τρεις, η οποία καθόταν σε έναν θρόνο από ελεφαντόδοντο. Αφού άδειασαν το καλάθι, οι τρεις αδελφές ευχαρίστησαν τον μεταφορέα και του έδωσαν το μισθό του. Όμως εκείνος, βλέποντας την ομορφιά τους και την πολυτέλεια του σπιτιού, δεν ήθελε να φύγει.
«Σας παρακαλώ», είπε με θάρρος, «επιτρέψτε μου να μείνω μαζί σας απόψε. Είστε τρεις γυναίκες μόνες και χρειάζεστε κάποιον να σας διασκεδάσει και να σας προστατεύσει. Υπόσχομαι να είμαι ο πιο πιστός σας υπηρέτης».
Οι τρεις κυρίες γέλασαν με την ειλικρίνειά του. «Μπορείς να μείνεις», είπε η μεγαλύτερη, «αλλά με έναν όρο: Μη ρωτάς για ό,τι βλέπεις και μην αναζητάς την εξήγηση για ό,τι δεν σε αφορά. Αν παραβείς αυτόν τον κανόνα, θα σε διώξουμε με ατίμωση». Ο μεταφορέας ορκίστηκε πως θα κρατήσει το στόμα του κλειστό.
Καθώς η νύχτα προχωρούσε και το κρασί έρεε άφθονο, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πύλη. Ήταν τρεις άνδρες, ξένοι μεταξύ τους, αλλά όλοι τους είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: ήταν ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΙ και είχαν τα γένια τους ξυρισμένα με τον τρόπο των δερβίσηδων. Ζήτησαν καταφύγιο για τη νύχτα, ισχυριζόμενοι πως ήταν ξένοι στην πόλη. Οι κυρίες τους δέχτηκαν με τον ίδιο όρο: να μην κάνουν καμία ερώτηση για ό,τι παράξενο δουν.
Λίγο αργότερα, χτύπησε ξανά η πόρτα. Αυτή τη φορά ήταν ο ίδιος ο ΧΑΛΙΦΗΣ ΧΑΡΟΥΝ ΑΛ ΡΑΣΙΝΤ, μεταμφιεσμένος σε έμπορο, μαζί με τον Βεζίρη του, τον Τζαφάρ, και τον δήμιο του παλατιού. Ήθελαν να δουν πώς ζει ο λαός τη νύχτα. Οι κυρίες τους δέχτηκαν κι αυτούς, θέτοντας πάλι τον ίδιο αυστηρό όρο.
Η γιορτή άρχισε, αλλά σύντομα τα πράγματα πήραν μια παράξενη τροπή. Η μεγαλύτερη αδελφή έφερε δύο μαύρα σκυλιά, τα μαστίγωσε μέχρι να ματώσουν και μετά, με δάκρυα στα μάτια, τα αγκάλιασε και τα φίλησε. Η δεύτερη αδελφή άρχισε να δείχνει τις ουλές στο σώμα της, που έμοιαζαν με σημάδια από μαστίγιο.
Οι καλεσμένοι δεν άντεξαν. Η περιέργεια νίκησε τον φόβο. «Πρέπει να μάθουμε τι συμβαίνει σε αυτό το σπίτι!» ψιθύρισε ο Χαλίφης στον Τζαφάρ. Έσπρωξαν τον μεταφορέα να ρωτήσει, καθώς εκείνος ήταν ο παλαιότερος της παρέας.
Ο μεταφορέας, ζαλισμένος από το κρασί, στάθηκε μπροστά στις κυρίες και είπε: «Ω αρχόντισσες, οι καρδιές μας δεν ησυχάζουν αν δεν μας εξηγήσετε γιατί βασανίζετε τα σκυλιά και ποιος σας έκανε αυτά τα σημάδια».
Μόλις άκουσε την ερώτηση, η μεγαλύτερη αδελφή χτύπησε τα χέρια της. Αμέσως, εφτά σκλάβοι με γυμνά σπαθιά βγήκαν από τις σκιές και ακινητοποίησαν τους καλεσμένους. «Παραβήκατε τον όρκο σας!» φώναξε οργισμένη. «Τώρα, πριν πεθάνετε, ο καθένας από εσάς πρέπει να διηγηθεί την ιστορία του και να μας πει πώς έχασε το μάτι του. Ίσως η αλήθεια σας σώσει τη ζωή».
Έτσι, ο πρώτος μονοφθαλμος δερβίσης πήρε τον λόγο και άρχισε τη διήγησή του.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΥ ΔΕΡΒΙΣΗ
Μάθετε, ω κυρίες, πως εγώ δεν γεννήθηκα δερβίσης, αλλά είμαι γιος βασιλιά. Ο πατέρας μου είχε έναν αδελφό που ήταν επίσης βασιλιάς σε μια γειτονική χώρα. Εγώ και ο ξάδελφός μου μεγαλώσαμε μαζί και αγαπιόμασταν πολύ.
Μια μέρα, ο ξάδελφός μου με παρακάλεσε να τον βοηθήσω σε ένα κρυφό σχέδιο. Με οδήγησε σε ένα νεκροταφείο, όπου είχε χτίσει έναν υπόγειο θάλαμο. Μου ζήτησε να τον κλείσω εκεί μέσα μαζί με μια πανέμορφη γυναίκα, την οποία είχε απαγάγει, και να σκεπάσω την είσοδο με χώμα ώστε να μην τους βρει κανείς. Παρά τους ενδοιασμούς μου, το έκανα.
Όταν επέστρεψα στο παλάτι του πατέρα μου, βρήκα την πόλη σε αναταραχή. Ο Βεζίρης είχε κάνει πραξικόπημα, είχε σκοτώσει τον πατέρα μου και με φυλάκισε. Κατάφερα να δραπετεύσω και έτρεξα πίσω στο νεκροταφείο για να βρω τον ξάδελφό μου. Όταν άνοιξα τον κρυφό θάλαμο, βρήκα και τους δύο νεκρούς, καμένους από μια μυστηριώδη φωτιά που έμοιαζε με θεϊκή τιμωρία.
Ενώ θρηνούσα, οι στρατιώτες του προδότη Βεζίρη με βρήκαν. Ο Βεζίρης, που με μισούσε από παιδί γιατί κατά λάθος του είχα βγάλει το μάτι με μια πέτρα παίζοντας, με διέταξε να γονατίσω. Πήρε το μαχαίρι του και, για εκδίκηση, μου έβγαλε το δικό μου μάτι. Με άφησε τυφλό και μόνο στην έρημο. Εκεί ξύρισα το κεφάλι μου, φόρεσα τα ρούχα του δερβίση και ορκίστηκα να γυρίσω τον κόσμο μέχρι να βρω δικαιοσύνη. Έτσι έφτασα στη Βαγδάτη και στην πόρτα σας.
Όταν τελείωσε, ο δεύτερος δερβίσης προχώρησε μπροστά.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΥ ΔΕΡΒΙΣΗ
Η δική μου ιστορία, ω κυρίες, είναι ακόμα πιο παράξενη. Είμαι κι εγώ γιος βασιλιά και από μικρός έμαθα όλες τις τέχνες και τις επιστήμες. Ένα ταξίδι μου όμως κατέληξε σε ναυάγιο και βρέθηκα μόνος σε ένα άγνωστο νησί.
Περπατώντας στο δάσος, βρήκα μια κρίκο στη γη. Τον τράβηξα και ανακάλυψα μια σκάλα που οδηγούσε σε ένα υπέροχο υπόγειο παλάτι. Εκεί ζούσε μια κοπέλα που την είχε απαγάγει ένα πανίσχυρο Τζίνι. Ζήσαμε μαζί για σαράντα μέρες, αλλά μια μέρα, ενώ πίναμε κρασί, χτύπησα κατά λάθος ένα μαγικό τύμπανο που κάλεσε το Τζίνι.
Το Τζίνι, βλέποντάς με, έγινε θηρίο από τη ζήλια. Με μεταμόρφωσε σε ΠΙΘΗΚΟ! Με αυτή τη μορφή περιπλανήθηκα σε πολλές χώρες, μέχρι που έφτασα στο παλάτι ενός βασιλιά. Εκεί, η κόρη του βασιλιά, που ήξερε από μαγεία, κατάλαβε πως ήμουν άνθρωπος.
Άρχισε τότε μια τρομερή μάχη ανάμεσα στην πριγκίπισσα και στο Τζίνι. Μεταμορφώνονταν και οι δύο σε χίλια πρόσωπα: σε λιοντάρι, σε φίδι, σε φωτιά, σε πουλί. Τελικά, η πριγκίπισσα νίκησε το Τζίνι, αλλά η μάχη ήταν τόσο σκληρή που μια σπίθα από τη φωτιά έπεσε στο πρόσωπό μου και μου έκαψε το μάτι. Η πριγκίπισσα, εξαντλημένη από τα μάγια, πέθανε λίγο μετά, αφού όμως με επανέφερε στην ανθρώπινη μορφή μου.
Έφυγα από εκείνη τη χώρα με βαριά καρδιά, ντυμένος δερβίσης, και η μοίρα με έφερε απόψε εδώ.
Ο τρίτος δερβίσης άρχισε τότε τη δική του διήγηση.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΥ ΔΕΡΒΙΣΗ
Και εγώ, μεγαλειότατε, γεννήθηκα πρίγκιπας. Μια μέρα, ενώ ταξίδευα με το καράβι μου, χάσαμε τον δρόμο μας και φτάσαμε στο ΜΑΓΝΗΤΙΚΟ ΒΟΥΝΟ. Το βουνό αυτό τράβηξε όλα τα καρφιά από το πλοίο μας και το καράβι διαλύθηκε. Ήμουν ο μόνος επιζών.
Ανέβηκα στην κορυφή του βουνού και κατέστρεψα έναν χάλκινο ιππέα που ήταν η αιτία του μαγνητισμού. Τότε εμφανίστηκε ένα πλοίο από χαλκό με έναν μεταλλικό κωπηλάτη που με μετέφερε σε ένα άλλο νησί. Εκεί συνάντησα δέκα νέους, όλοι τους μονοφθαλμοι, που ζούσαν σε ένα παλάτι και κάθε βράδυ έκλαιγαν και έβαζαν μαύρη μπογιά στο πρόσωπό τους.
Τους ρώτησα το λόγο, αλλά μου είπαν: «Μη ρωτάς, γιατί θα πάθεις τα ίδια». Εγώ όμως επέμενα. Με έβαλαν μέσα σε ένα δέρμα προβάτου και ένας γύπας με μετέφερε στην κορυφή ενός βουνού. Εκεί βρήκα ένα παλάτι με σαράντα πόρτες. Οι σαράντα πριγκίπισσες που ζούσαν εκεί με δέχτηκαν με τιμές και ζήσαμε μαζί έναν χρόνο γεμάτο απολαύσεις.
Όταν έπρεπε να λείψουν για σαράντα μέρες, μου έδωσαν τα κλειδιά των σαράντα δωματίων. «Μπορείς να ανοίξεις τις τριάντα εννέα πόρτες», μου είπαν, «αλλά αν ανοίξεις την τεσσαρακοστή, θα χάσεις την ευτυχία σου για πάντα».
Άνοιξα τις τριάντα εννέα πόρτες και είδα θησαυρούς, κήπους και θαύματα που δεν χωράει ο νους. Την τελευταία μέρα, η περιέργεια με νίκησε. Άνοιξα την τεσσαρακοστή πόρτα. Μέσα υπήρχε ένα μαύρο άλογο. Μόλις το ίππευσα, το άλογο έβγαλε φτερά και πέταξε ψηλά στον ουρανό. Με μετέφερε πίσω στο παλάτι των δέκα μονοφθαλμων και, πριν εξαφανιστεί, μου έδωσε μια δυνατή χτυπιά με την ουρά του στο μάτι, βγάζοντάς το!
Τότε κατάλαβα γιατί εκείνοι οι άνδρες έκλαιγαν κάθε βράδυ. Είχαμε όλοι την ίδια μοίρα λόγω της περιέργειάς μας. Έγινα δερβίσης και από τότε αναζητώ τη λύτρωση.
Όταν οι τρεις δερβίσηδες τελείωσαν τις ιστορίες τους, η μεγαλύτερη αδελφή συγκινήθηκε. «Οι ιστορίες σας ήταν όντως γεμάτες πόνο και θαύματα», είπε. Στράφηκε μετά στον Χαλίφη, στον Βεζίρη και στον δήμιο. «Και εσείς; Ποιοι είστε;»
Ο Τζαφάρ, ο Βεζίρης, βλέποντας τον κίνδυνο, είπε την αλήθεια. «Αυτός εδώ είναι ο Χαλίφης Χαρούν αλ Ρασίντ και εγώ είμαι ο Βεζίρης του».
Οι τρεις κυρίες έπεσαν στα γόνατα ζητώντας συγγνώμη. Ο Χαλίφης, εντυπωσιασμένος από όλα όσα είδε, τους χάρισε τη ζωή και τις κάλεσε στο παλάτι την επόμενη μέρα. Εκεί, η μεγαλύτερη αδελφή διηγήθηκε την ιστορία της για τα δύο σκυλιά (που ήταν οι αδελφές της που είχαν μεταμορφωθεί από μια νεράιδα) και η δεύτερη εξήγησε τα σημάδια στο σώμα της.
Ο Χαλίφης, με τη δύναμή του, κάλεσε τη νεράιδα και την έπεισε να λύσει τα μάγια. Οι δύο σκύλες έγιναν πάλι γυναίκες. Ο Χαλίφης παντρεύτηκε τη μεγαλύτερη αδελφή, ο Βεζίρης τη δεύτερη και ο μεταφορέας την τρίτη, ενώ οι τρεις δερβίσηδες έγιναν σύμβουλοι στο παλάτι.
«Αλλά αυτή», είπε η Σεχραζάτ στον Βασιλιά Σαχριάρ, «είναι μόνο η αρχή. Θέλεις να σου διηγηθώ την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΗΛΩΝ, που κρύβει ένα τρομερό έγκλημα και μια απίστευτη ανακάλυψη;»
Ο Σαχριάρ, που είχε μείνει άφωνος από την πολυπλοκότητα των ιστοριών, έγνεψε καταφατικά, περιμένοντας τη συνέχεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου