Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια εποχή όπου οι ευχές είχαν ακόμα τη δύναμη να αλλάζουν τη μοίρα, ζούσε ένας βασιλιάς που η κόρη του ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμη και ο ήλιος απορούσε κάθε φορά που έλουζε το πρόσωπό της με το φως του. Το πολυτιμότερο κτήμα της πριγκίπισσας ήταν ένα χρυσό τόπι, το οποίο πετούσε ψηλά στον αέρα και το έπιανε με δεξιοτεχνία κάτω από τη σκιερή φυλλωσιά μιας αρχαίας φλαμουριάς.
Όμως, σε μια άτυχη στιγμή, το τόπι ξέφυγε από τα χέρια της και βυθίστηκε στα σκοτεινά, απύθμενα νερά ενός γειτονικού πηγαδιού. Η πριγκίπισσα, απαρηγόρητη, άρχισε να κλαίει γοερά. Τότε, μέσα από το νερό, αναδύθηκε ένας βάτραχος με βλέμμα παράξενα ανθρώπινο. «Γιατί θρηνείς, βασιλοπούλα;» τη ρώτησε. Εκείνη του εξήγησε την απώλειά της και ο βάτραχος της έδωσε μια υπόσχεση: θα της επέστρεφε τον θησαυρό της, αρκεί εκείνη να τον δεχόταν ως σύντροφο, να τον άφηνε να τρώει από το χρυσό της πιάτο και να κοιμάται στο μεταξένιο της κρεβάτι. Η πριγκίπισσα, βιαστική να πάρει πίσω το παιχνίδι της, υποσχέθηκε τα πάντα, όμως μόλις το τόπι άστραψε ξανά στα χέρια της, λησμόνησε τον λόγο της και έτρεξε προς το παλάτι, αφήνοντας πίσω της το δύσμορφο πλάσμα.
Το επόμενο βράδυ, καθώς το δείπνο σερβιρόταν στην επίσημη αίθουσα, ένας υγρός ήχος ακούστηκε στα σκαλιά και ένα χτύπημα δόνησε την πόρτα. «Βασιλοπούλα, άνοιξέ μου!» φώναξε ο βάτραχος. Η πριγκίπισσα προσπάθησε να αγνοήσει την παρουσία του, όμως ο βασιλιάς, βλέποντας τον τρόμο και την ενοχή στο πρόσωπό της, τη διέταξε να ανοίξει. Όταν ο βάτραχος υπενθύμισε την υπόσχεση, ο βασιλιάς στάθηκε ακλόνητος: «Εκείνο που υποσχέθηκες την ώρα της ανάγκης, οφείλεις τώρα να το τηρήσεις», είπε με φωνή αυστηρή. Έτσι, ο βάτραχος έφαγε από το πιάτο της, μα όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, η πριγκίπισσα ξέσπασε σε δάκρυα αηδίας. Το παγωμένο δέρμα του πλάσματος την τρομοκρατούσε.
Παρά την προσπάθειά της να τον κρατήσει μακριά, ο βάτραχος ζήτησε επίμονα τη θέση του δίπλα της. Η υπομονή της εξαντλήθηκε. Σε μια στιγμή απόγνωσης και οργής, τον άρπαξε και τον πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Ο βάτραχος έπεσε στο έδαφος και έμεινε ακίνητος, χάνοντας τις αισθήσεις του. Τότε, η οργή της έσβησε και έδωσε τη θέση της σε μια βαθιά, ειλικρινή μεταμέλεια. Με την καρδιά της πλημμυρισμένη από τύψεις, τον πήρε απαλά στην αγκαλιά της και του χάρισε ένα φιλί γεμάτο τρυφερότητα.
Σε μια λάμψη, ο βάτραχος χάθηκε και στη θέση του στάθηκε ένας πρίγκιπας με μάτια ευγενικά. Της εξήγησε πως μια μάγισσα τον είχε καταραστεί και πως μόνο εκείνη, βγάζοντάς τον από το πηγάδι και δείχνοντάς του τελικά ευσπλαχνία, μπορούσε να λύσει τα μάγια.
Το επόμενο πρωί, μια μεγαλοπρεπής άμαξα έφτασε στο παλάτι. Στο πίσω μέρος στεκόταν ο πιστός Χανς, ο υπηρέτης του πρίγκιπα. Η θλίψη του για τη μοίρα του κυρίου του ήταν κάποτε τόσο μεγάλη, που είχε δέσει την καρδιά του με τρεις σιδερένιες ζώνες για να μην σπάσει από τον πόνο. Καθώς το ζευγάρι ξεκινούσε για το νέο του βασίλειο, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε. Ήταν η πρώτη ζώνη που έσπασε από τη χαρά. Ακολούθησε η δεύτερη και μετά η τρίτη. Η καρδιά του Χανς ήταν πια ελεύθερη, όπως και η ζωή του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας, που έζησαν από τότε σε απόλυτη ευτυχία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου