Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΦΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΣΙΚΑ
Ήταν ένας γέρος φτωχός που κάθε μέρα πήγαινε στο βουνό για ξύλα. Μόχθαγε όλη μέρα για να πάρει εξήντα παράδες και με αυτούς πορευότανε η οικογένειά του. Μια μέρα, εκεί που κατηφόριζε από το βουνό, είδε ένα θέαμα παράξενο: ένα φίδι είχε καταπιεί μια κατσίκα, μα τα κέρατά της είχαν μείνει έξω από το στόμα του. Μήτε το φίδι μπορούσε να την καταπιεί, μήτε η κατσίκα να βγει.
Του λέει το φίδι: — «Αν κόψεις, μπάρμπα, τα κέρατα και με γλιτώσεις από αυτή την ανάγκη, έχω να σου κάμω μια χάρη που αξίζει όλο τον κόσμο!» Του λέει και η κατσίκα: — «Αν με βγάλεις, αφεντικό, από του όφιδου το στόμα, έχω να σου κάμω χάρη που δεν τη βάζει ο νους σου!»
Εδιαλογίστηκε ο γέρος: «Το κατσίκι δεν θα μπορέσει να γλιτώσει, ας σώσω τουλάχιστον το φίδι κι ας είναι στην τύχη μου». Πιάνει όμορφα-όμορφα το πριόνι, κόβει τα κέρατα και το φίδι κατάπιε τη γουλιά του. Τότε το φίδι του λέει: — «Έλα πίσω μου. Σαν πάμε στο σπίτι μας, ο πατέρας μου θα θέλει να σου δώσει φλουριά με τα φορτώματα. Εσύ όμως να μην παραδεχτείς τίποτα. Μονάχα να γυρέψεις ένα σακουλάκι που κρέμεται στον τοίχο, που έχει μέσα ένα λαλουσάκι και ένα σκουφάκι. Εκείνος δεν θα θέλει να σου το δώσει, μα εσύ πάτησε πόδι και θα τα πάρεις, και έννοια σου!»
ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΩΝ ΘΕΡΙΩΝ
Σαν έφτασαν στη σπηλιά, βρήκαν τον μεγάλο όφη. — «Καλώς τον υιόν μου! Πόσο άργησες;» είπε ο πατέρας. — «Μη ρωτάς, πατέρα. Αν δεν ερχόταν τούτος εδώ ο άνθρωπος, σήμερα ήμουν χαμένος. Τούτος ο άνθρωπος είναι σήμερα ο Θεός μου!» Του διηγήθηκε τα πάντα, από την αρχή ως το τέλος. Τότε ο πατέρας λέει στον γέρο: — «Τι θέλεις για τη χάρη που έκαμες στον γιο μου;» — «Εγώ είμαι ένας ξυλάς που ζει με εξήντα παράδες», είπε ο γέρος. «Αν μου δώσεις παράδες να με δουν άρχοντα, θα πουν ή πως σκότωσα ή πως έκλεψα. Χάλια να μου δώσεις εκείνο το σακουλάκι με ό,τι έχει μέσα, να τα πάω στο παιδάκι μου να χαρεί».
Ο όφης βαροφάνηκε. — «Τι θα καταλάβεις από αυτό το παλιοσάκουλο; Φέρε ένα τσουβάλι να σου το γεμίσω φλουριά!» Ο γέρος δεν παραδέχτηκε και σηκώθηκε να φύγει. Το φίδι-γιος τον ακολούθησε: — «Εγώ, πατέρα, θα πάω να δουλεύω τούτον τον άνθρωπο, γιατί η ζωή που σηκώνω είναι δική του!» Βλέποντας ο πατέρας την επιμονή τους, έδωσε τελικά το σακουλάκι. Βγαίνοντας έξω, το φίδι του εξήγησε: — «Μάθε τη χάρη του. Βάζεις μέσα άσπρους παράδες και γίνονται φλουριά. Βάλε δύο εικοσαράκια...» Ο γέρος τα έβαλε και έγιναν ευθύς δύο φλουριά! — «Τώρα πάρε το λαλουσάκι. Σαν το λαλείς, θα έρχονται σαράντα δράκοι και θα σου λένε "Όρθος αφέντη" και ό,τι θέλεις θα κάμουν. Και τούτο το σκουφάκι, σαν το βάλεις, δεν θα φαίνεσαι και θα πηδάς ώς τα νέφη του ουρανού!»
ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΚΑΙ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ο γέρος γύρισε σπίτι, έκανε τα άσπρα φλουριά, έχτισε σπίτια και έζησε ζωή χαρισάμενη. Πριν πεθάνει, είπε στη γυναίκα του: — «Μην πεις το μυστικό στο παιδί μας, γιατί είναι ελαφρόμυαλο. Μονάχα αν έρθει ανάγκη να τα βγάλεις». Όμως ο γιος, σαν μεγάλωσε, ήθελε να γίνει πραγματευτής. Έφαγε 100.000 γρόσια μόνο και μόνο για να δει τέσσερις φορές μια πανέμορφη βασιλοπούλα. Όταν τέλειωσαν τα λεφτά, πήγε στη μάνα του με ψέματα πως «ψώνισε πράγμα» και ήθελε κι άλλα. Εκείνη τότε του έδωσε τα μαγικά αντικείμενα.
Ο γιος έτρεξε στη βασιλοπούλα. Λάλησε το λαλουσάκι, ήρθαν οι δράκοι και τον έβαλαν μέσα στο παλάτι. Εκείνη, πονηρή, τον καλοδέχτηκε: — «Καλώς τον! Τώρα κατάλαβα πως είναι από τον Θεό γραφτό να γίνω δική σου!» Τον μέθυσε με κρασιά, τον έκανε «τάπα» στον ύπνο, κι αυτός της φανέρωσε όλα τα μυστικά. Η βασιλοπούλα πήρε το λαλουσάκι, το λάλησε και πρόσταξε τους δράκους: — «Πάρτε τον τούτον και ρίξτε τον σε μια ερημιά που να μην βρίσκει στράτα!»
ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΣΥΚΑ
Ξύπνησε ο νέος το πουρνό σε ένα ρουμάνι και δεν ήξερε πού βρίσκεται. Πεινασμένος, είδε μια συκιά με μαύρα σύκα μες στον Γενάρη. Έφαγε μέχρι που χόρτασε. Σαν ξύπνησε από τον ύπνο και πήγε να ξυστεί, τι να δει! Όσα σύκα έφαγε, τόσα κέρατα έβγαλε στο κεφάλι του, μακριά και πυκνά! Περπάτησε παραπέρα και βρήκε μια άλλη συκιά, με άσπρα σύκα. Έφαγε κι από εκείνα και, ω του θαύματος, τα κέρατα έπεσαν ένα-ένα!
Τότε έβαλε μπρος το σχέδιο της εκδίκησης. Μάζεψε μαύρα σύκα, πήγε στην πόλη και τα πούλησε στο παλάτι. Ο βασιλιάς έφαγε δύο, η κόρη του τρία, οι δούλοι από ένα. Την άλλη μέρα ξύπνησαν όλοι με κέρατα! Ο βασιλιάς έδωσε διαταγή να κλειστούν οι πόρτες και φώναξε γιατρούς, μα τα κέρατα, μόλις τα έκοβαν, ξαναμεγάλωναν.
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ
Ο νέος ντύθηκε γιατρός κουρελής και πήγε στο παλάτι. — «Βασιλιά μου, αν δεν σε γιάνω, να μου κόψεις το κεφάλι!» Έδωσε άσπρα σύκα στον βασιλιά και στους δούλους και γιατρεύτηκαν. Όταν όμως έφτασε στη βασιλοπούλα, την παίδευε μέρες με ψεύτικα γιατρικά και φαρμάκια. — «Γιατρέ, γιατί δεν πέφτουν τα δικά μου;» ούρλιαζε εκείνη. — «Αυτή η δουλειά θέλει καιρό», της έλεγε και την έτριβε πάνω στα κέρατα. Τελικά, την ανάγκασε να ομολογήσει: — «Πού είναι το σακουλάκι, το λαλουσάκι και το σκουφάκι; Δώσ' τα μου, αλλιώς δεν γλιτώνεις από τα κέρατα!» — «Εσύ είσαι λοιπόν!» είπε εκείνη τρομαγμένη.
Του τα έδωσε πίσω, εκείνος τη γιάτρεψε, φανερώθηκε στον βασιλιά και όλα διορθώθηκαν. Έφεραν και τη μάνα του στο παλάτι, έγιναν γάμοι και χαρές, και βασίλεψαν ευτυχισμένοι ώς τη σήμερον.
ΑΝΑΛΥΣΗ
Το Gemini είπε
Στο πλαίσιο του λαϊκού παραμυθιού, το λαλουσάκι (υποκοριστικό του «λαλούσα») είναι ένα πνευστό μουσικό όργανο, συνήθως μια φλογέρα ή ένα μικρό θούρι.
Στην ιστορία μας, δεν είναι ένα απλό μουσικό όργανο, αλλά ένα μαγικό αντικείμενο με τις εξής ιδιότητες:
Κάλεσμα Δυνάμεων: Μόλις ο κάτοχός του το φυσήξει και το «λαλήσει» (δηλαδή το παίξει), εμφανίζονται αμέσως 40 δράκοι.
Υποταγή: Οι δράκοι αυτοί παρουσιάζονται μπροστά του σε στάση προσοχής («όρθος αφέντη») και είναι έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε διαταγή του, όσο δύσκολη κι αν είναι (όπως το να μεταφέρουν κάποιον μέσα στο παλάτι ή να τον πετάξουν σε μια ερημιά).
Σύμβολο Εξουσίας: Μαζί με το σακουλάκι και το σκουφάκι, αποτελεί το τρίτο μέρος της «μαγικής πανοπλίας» που δίνει στον φτωχό ήρωα τη δύναμη να επιβληθεί ακόμα και σε βασιλιάδες.
Ουσιαστικά, η λέξη προέρχεται από το ρήμα «λαλώ», που στα παλιά ελληνικά και στην επαρχία σήμαινε παίζω ένα μουσικό όργανο ή τραγουδώ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου