WILLIAM BOWEN | MAUD & MISKA PETERSHAM
Στις παρυφές ενός αρχαίου και δοξασμένου βασιλείου, εκεί όπου οι ασημένιοι λόφοι συναντούσαν τον ουρανό, απλωνόταν ένα αχανές και πυκνό δάσος. Οι παλιοί χωρικοί το ονόμαζαν Μαγεμένο Δάσος, διότι από γενιά σε γενιά ψιθυρίζονταν ιστορίες για δέντρα που μιλούσαν την αστρική γλώσσα, για μονοπάτια που άλλαζαν κατεύθυνση κατά τη δική τους παράξενη βούληση και για πλάσματα της νύχτας που προστάτευαν τα μυστικά της γης. Ο βασιλιάς του τόπου είχε εκδώσει αυστηρή διαταγή: κανένας θνητός δεν έπρεπε να διαβεί τα σύνορά του χωρίς την άδεια των πνευμάτων, διότι όποιος εισερχόταν απερίσκεπτα
κινδύνευε να χάσει τον δρόμο του και να ξεχάσει την ίδια του την ταυτότητα.Ωστόσο, ο νεαρός πρίγκιπας Μπόζο και η μικρότερη αδελφή του, η πριγκίπισσα Ρόζα, δεν γνώριζαν τι θα πει φόβος. Γεμάτοι νεανική περιέργεια και μια έμφυτη λαχτάρα για περιπέτεια, στεκόταν συχνά στο παράθυρο του παλατιού και κοιτούσαν τις χρυσές κορυφές των δέντρων που έλαμπαν κάτω από το φως του ηλιοβασιλέματος. Μια φθινοπωρινή αυγή, πριν ακόμα ο ήλιος προλάβει να ανατείλει πίσω από τα βουνά, τα δύο παιδιά γλίστρησαν έξω από τις μεγάλες πύλες του κάστρου. Είχαν αποφασίσει να αναζητήσουν το θρυλικό Χρυσό Κλαδί της Σοφίας, ένα μαγικό απόκτημα που, σύμφωνα με τις παλιές γραφές, άνθιζε μόνο στην πιο κρυφή καρδιά του δάσους και χάριζε ειρήνη και ευημερία σε όποιον το άγγιζε με αγνή καρδιά.
Καθώς προσπέρασαν την εξωτερική πύλη από πυκνούς κισσούς και πάτησαν το νωπό χώμα, ο αέρας γύρω τους άλλαξε αμέσως. Έγινε βαρύς, γεμάτος από το έντονο άρωμα της άγριας μέντας, του πεύκου και μιας παράξενης, γλυκιάς μουσικής που φαινόταν να αναβλύζει μέσα από τις ρίζες των αιωνόβιων δρυών. Τα φύλλα των δέντρων δεν ήταν απλώς πράσινα· έλαμπαν με εκθαμβωτικές αποχρώσεις του βαθύ βαθυκόκκινου, του χρυσαφί και του σμαραγδένιου, αντανακλώντας το λιγοστό φως της αυγής σαν να ήταν πλασμένα από πολύτιμους λίθους.
«Πρέπει να προσέχουμε κάθε μας βήμα, Ρόζα,» είπε ο Μπόζο χαμηλόφωνα, σφίγγοντας τη λαβή του μικρού ασημένιου εγχειριδίου του. «Το δάσος αυτό ζει και αναπνέει. Ακούς τους ψιθύρους ανάμεσα στα κλαδιά;»
«Δεν φοβάμαι, αδελφέ μου,» απάντησε η Ρόζα με φωνή σταθερή, αν και τα μάτια της κοίταζαν γύρω με δέος. «Αν η καρδιά μας είναι καθαρή, τα πνεύματα του δάσους δεν θα μας βλάψουν.»
Δεν είχαν προχωρήσει ούτε εκατό βήματα, όταν το μονοπάτι εξαφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους. Στο κέντρο ενός μικρού ξέφωτου, καθισμένος πάνω σε έναν κορμό καλυμμένο με βρύα, στεκόταν ένας ηλικιωμένος φύλακας. Φορούσε έναν μακρύ μανδύα υφασμένο από φύλλα και ρίζες, ενώ το γένι του έφτανε μέχρι τη μέση του. Τα μάτια του έλαμπαν με μια παράξενη, ουράνια λάμψη, σαν δύο μικρά αστέρια μέσα στο σκοτάδι.
«Ποιοι είστε εσείς που τολμάτε να διαταράξετε την ησυχία του μαγεμένου τόπου;» τους ρώτησε ο γέροντας με φωνή που έμοιαζε με το θρόισμα των φύλλων στον δυνατό άνεμο. «Γνωρίζετε ότι κανένας θνητός δεν επιστρέφει από εδώ αν δεν διαθέτει την αρετή της ανιδιοτέλειας;»
Ο Μπόζο έκανε ένα βήμα μπροστά και υπέκυψε με σεβασμό. «Είμαστε τα παιδιά του βασιλιά, γέροντα φύλακα. Δεν ήρθαμε να κλέψουμε ούτε να καταστρέψουμε. Αναζητούμε το Χρυσό Κλαδί της Σοφίας για να φέρουμε την ευημερία και την ομόνοια στον λαό μας.»
Η Ρόζα πλησίασε επίσης και έβγαλε από τον λαιμό της ένα ασημένιο φυλαχτό. «Ορίστε, πάρε αυτό ως σημάδι της φιλίας και του σεβασμού μας προς το δάσος,» είπε προσφέροντάς το με ευγένεια.
Ο γέροντας χαμογέλασε, και το πρόσωπό του φώτισε ολόκληρο το ξέφωτο. «Η προσφορά σας δείχνει ταπεινότητα,» είπε. «Όμως η διαδρομή προς την καρδιά του δάσους είναι γεμάτη δοκιμασίες. Θα πρέπει να περάσετε από τη Λίμνη των Ψιθύρων, τη Γέφυρα της Λήθης και τον Κήπο των Σκιών. Αν η πίστη σας κλονιστεί έστω και για μια στιγμή, θα μείνετε παγιδευμένοι εδώ για πάντα.»
Χωρίς να διστάσουν, τα δύο παιδιά ευχαρίστησαν τον φύλακα και συνέχισαν την πορεία τους. Μετά από ώρες πεζοπορίας, έφτασαν στις όχθες της Λίμνης των Ψιθύρων. Τα νερά της ήταν τόσο καθαρά και ακίνητα, που καθρέφτιζαν όχι μόνο τα πρόσωπά τους, αλλά και τις πιο κρυφές επιθυμίες της ψυχής τους. Καθώς πλησίασαν στο νερό, γλυκές, δελεαστικές φωνές άρχισαν να αναδύονται από τον βυθό.
«Γύρισε πίσω, νεαρέ πρίγκιπα,» έλεγε μια φωνή. «Σου προσφέρουμε αμύθητα πλούτη, στέμματα και εξουσία πάνω σε όλα τα βασίλεια της γης. Δεν χρειάζεται να κοπιάζεις άλλο.»
«Και σε σένα, μικρή πριγκίπισσα,» ψιθύριζε μια άλλη φωνή, «προσφέρουμε αιώνια ομορφιά και μια ζωή γεμάτη παιχνίδια και ανεμελιά, μακριά από έγνοιες και ευθύνες.»
Ο Μπόζο ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν και τα μάτια του να θαμπώνουν από τις εικόνες της δόξας που εμφανίζονταν στο νερό. Όμως η Ρόζα έπιασε σφιχτά το χέρι του. «Μην ακούς τις φωνές, αδελφέ μου!» φώναξε. «Αυτά είναι ψευδαισθήσεις! Η αληθινή μας ευτυχία βρίσκεται στην υπόσχεση που δώσαμε στους ανθρώπους μας!»
Η φωνή της αδελφής του επανέφερε τον Μπόζο στην πραγματικότητα. Έκλεισε τα μάτια του, ανασάκωσε βαθιά και αρνήθηκε τις δελεαστικές υποσχέσεις. Αμέσως, οι φωνές σώπασαν, τα νερά της λίμνης αναταράχθηκαν και ένα πέτρινο μονοπάτι ξεπρόβαλε μέσα από το νερό, οδηγώντας τα παιδιά με ασφάλεια στην απέναντι όχθη.
Η δεύτερη δοκιμασία δεν άργησε να φανεί. Μπροστά τους υψωνόταν η Γέφυρα της Λήθης, μια παλιά, ετοιμόρροπη πέτρινη γέφυρα που περνούσε πάνω από έναν βαθύ γκρεμό καλυμμένο με πυκνή, γκρίζα ομίχλη. Καθώς πάτησαν το πρώτο σκαλοπάτι, ένας παγερός αέρας τους αγκάλιασε, και μια παράξενη λήθη άρχισε να απλώνεται στο μυαλό τους.
«Πού βρισκόμαστε, Ρόζα;» ρώτησε ο Μπόζο, κοιτάζοντας γύρω του σαστισμένος. «Ποιος είναι ο πατέρας μας; Γιατί ήρθαμε σε αυτόν τον παράξενο τόπο;»
Η Ρόζα ένιωσε κι εκείνη τις αναμνήσεις της να ξεθωριάζουν σαν παλιές ζωγραφιές στη βροχή. Ξέχασε το όνομα της μητέρας τους, τα πρόσωπα των φίλων τους, ακόμα και το όνομα του κάστρου τους. Όμως, κοιτάζοντας στα μάτια τον αδελφό της, αναγνώρισε την αγάπη που τους έδενε. Με τρεμάμενη φωνή, άρχισε να τραγουδά ένα παλιό νανούρισμα που τους τραγουδούσε η μητέρα τους όταν ήταν μωρά.
Η μελωδία αντηχούσε γλυκά πάνω από τον γκρεμό. Καθώς η μουσική απλωνόταν στον αέρα, η ομίχλη άρχισε να διαλύεται. Οι αναμνήσεις επέστρεψαν πλημμυρίζοντας τις καρδιές τους με ζεστό φως, και η γέφυρα έγινε στερεή και ασφαλής. Χωρίς να χάσουν χρόνο, προσπέρασαν τον κίνδυνο και πάτησαν στην απέναντι πλευρά.
Τέλος, έφτασαν στον Κήπο των Σκιών. Ο τόπος αυτός ήταν σκοτεινός και παγερός. Τεράστιες, αλλόκοτες σκιές υψώνονταν από το έδαφος, παίρνοντας τις μορφές τρομακτικών τεράτων που βρυχιόνταν και προσπαθούσαν να αναγκάσουν τα παιδιά να οπισθοχωρήσουν. Ο φόβος απλώθηκε γύρω τους σαν βαρύ φορτίο.
«Δεν θα κάνουμε ούτε ένα βήμα πίσω!» φώναξε ο Μπόζο με θάρρος, μπαίνοντας μπροστά για να προστατεύσει την αδελφή του. «Ο φόβος είναι μόνο μια σκιά, και η σκιά εξαφανίζεται όταν εμφανιστεί το φως!»
Η Ρόζα έβγαλε από την τσέπη της έναν μικρό κρύσταλλο που της είχε δώσει η μητέρα της. Τον σήκωσε ψηλά στον ουρανό, ακριβώς τη στιγμή που η πρώτη ακτίνα του πρωινού ήλιου διαπέρασε τα πυκνά κλαδιά των δέντρων. Το φως αντανακλάστηκε στον κρύσταλλο, δημιουργώντας μια φωτεινή δέσμη που σάρωσε τον κήπο. Οι σκοτεινές σκιές άρχισαν να λιώνουν και μεταμορφώθηκαν σε χιλιάδες λαμπερές πεταλούδες, οι οποίες πέταξαν προς τον γαλάζιο ουρανό.
Στο κέντρο του ξέφωτου, μέσα σε μια άλως χρυσού φωτός, στεκόταν το αιώνιο Δέντρο της Σοφίας. Στα κλαδιά του δεν υπήρχαν συνηθισμένα φύλλα, αλλά χρυσά άνθη που ανέδιδαν μια ουράνια ευωδία. Τα παιδιά κατάλαβαν ότι το Χρυσό Κλαδί δεν ήταν ένα αντικείμενο για να το κόψουν και να το πάρουν μαζί τους ως λάφυρο. Η αληθινή σοφία ήταν η γνώση, η αγάπη, η αλληλεγγύη και η αυτοθυσία που είχαν επιδείξει κατά τη διάρκεια της διαδρομής τους.
Ο ηλικιωμένος φύλακας εμφανίστηκε ξανά δίπλα στο δέντρο. «Νικήσατε τον φόβο, την πλεονεξία και τη λήθη,» τους είπε με υπερηφάνεια. «Φέρετε τώρα αυτό το φως πίσω στον κόσμο των ανθρώπων. Διδάξτε τους να αγαπούν τη φύση, να προστατεύουν τους αδύναμους και να διατηρούν την ειρήνη στις καρδιές τους.»
Με τις καρδιές τους πλημμυρισμένες από χαρά και γαλήνη, ο Μπόζο και η Ρόζα πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Το δάσος δεν φαινόταν πια απειλητικό, αλλά φιλικό και φιλόξενο. Όταν έφτασαν στο παλάτι, ο βασιλιάς και ο λαός τους υποδέχτηκαν με αλαλαγμούς χαράς. Από εκείνη την ημέρα, το βασίλειο γνώρισε μια χρυσή εποχή ειρήνης και ευημερίας, και η ιστορία των δύο παιδιών στο Μαγεμένο Δάσος έμεινε ζωντανή στους αιώνες.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
WILLIAM BOWEN (ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΟΟΥΕΝ)
Αμερικανός συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας.
Έγραψε το παραμύθι «ΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ» (THE ENCHANTED FOREST) το 1920.
Γνωστός επίσης για το βιβλίο «ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΠΝΟΠΩΛΕΙΟ» (THE OLD TOBACCO SHOP: A LITTLE GIRL WHO DID NOT BELIEVE IN FAIRIES), το οποίο τιμήθηκε με τη διακεκριμένη τιμητική διάκριση NEWBERY HONOR το 1922.
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΟΙ
MAUD PETERSHAM (ΜΟΝΤ ΠΙΤΕΡΣΑΜ) (1890 – 1971)
Γεννήθηκε στο Κίνγκστον της Νέας Υόρκης, με ρίζες που αναγόνταν στους πρώτους αποίκους του πλοίου MAYFLOWER.
Σπούδασε στο VASSAR COLLEGE και στη NEW YORK SCHOOL OF FINE ART.
MISKA PETERSHAM (ΜΙΣΚΑ ΠΙΤΕΡΣΑΜ) (1888 – 1960)
Γεννήθηκε στην Ουγγαρία (αρχικό όνομα PETRESZKIEVICS MIHÁLY), γιος ξυλουργού.
Σπούδασε στη ROYAL NATIONAL SCHOOL OF APPLIED ARTS στη Βουδαπέστη (αποφοίτηση 1911).
Μετανάστευσε στο Λονδίνο και το 1912 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη μέσω του ELLIS ISLAND.
ΚΟΙΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ (MAUD & MISKA PETERSHAM)
Γνωρίστηκαν στη Νέα Υόρκη, παντρέψτηκαν το 1917 και ακολούθησαν κοινή καλλιτεχνική πορεία για 50 χρόνια.
Εισήχθησαν στην εικονογράφηση παιδικών βιβλίων από τον φίλο τους και καταξιωμένο εικονογράφο WILLY POGANY (ΟΥΙΛΙ ΠΟΓΚΑΝΙ).
Εικονογράφησαν μαζί πάνω από 120 παιδικές εκδόσεις, αναγνωρισμένοι από το AMERICAN INSTITUTE OF GRAPHIC ARTS για την τεχνική τους αρτιότητα, τα ζωντανά χρώματα και την ενσωμάτωση λαογραφικών στοιχείων στο έργο τους.
Βραβεύτηκαν με το υψηλότερο αμερικανικό βραβείο εικονογράφησης CALDECOTT MEDAL το 1946 για το βιβλίο «Ο ΚΟΚΟΡΑΣ ΚΡΑΖΕΙ» (THE ROOSTER CROWS), ενώ ήταν υποψήφιοι (HONOR) το 1942 για το «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ» (AN AMERICAN ABC).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου