Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Χάνσελ και Γκρέτελ (Γκρίμ)

Χάνσελ και Γκρέτελ

Στις παρυφές ενός απέραντου δάσους ζούσε ένας φτωχός ξυλοκόπος με τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά, τον Χάνσελ και την Γκρέτελ. Η πείνα θέριζε τον τόπο και μια νύχτα, η μητριά, με καρδιά σκληρή σαν πέτρα, έπεισε τον απελπισμένο πατέρα πως η μόνη τους σωτηρία ήταν να εγκαταλείψουν τα παιδιά στο πιο βαθύ σημείο του δάσους. Τα παιδιά όμως, ξάγρυπνα από την πείνα, άκουσαν το φοβερό σχέδιο. Ο

Χάνσελ βγήκε κρυφά στο φεγγαρόφωτο και γέμισε τις τσέπες του με λευκά βότσαλα που άστραφταν σαν ασήμι. Την επόμενη μέρα, καθώς οι γονείς τους οδηγούσαν στο δάσος, ο Χάνσελ έριχνε ένα-ένα τα βότσαλα στο χώμα. Έτσι, όταν το σκοτάδι έπεσε και οι γονείς τους εγκατέλειψαν, τα δύο αδέλφια ακολούθησαν το λαμπυρίζον μονοπάτι και επέστρεψαν σώα στο σπίτι τους.

Όμως η στέρηση συνεχίστηκε και η μητριά απαίτησε ξανά την απομάκρυνσή τους. Αυτή τη φορά, η πόρτα ήταν κλειδωμένη και ο Χάνσελ δεν μπόρεσε να μαζέψει βότσαλα. Αντ' αυτών, χρησιμοποίησε ψίχουλα από το λιγοστό ψωμί τους για να σημαδέψει τον δρόμο. Όταν όμως έμειναν μόνοι και το φεγγάρι αναδύθηκε, τα ψίχουλα είχαν εξαφανιστεί, φαγωμένα από τα πουλιά του δάσους. Τα παιδιά περιπλανήθηκαν τρεις μέρες μέσα στην ερημιά, μέχρι που ένα κάτασπρο πουλί τα οδήγησε σε ένα σπίτι παράξενο και θαυμαστό: οι τοίχοι του ήταν από ψωμί, η στέγη από γλυκά και τα παράθυρα από καθαρή ζάχαρη.

Πάνω στην πείνα τους, άρχισαν να τρώνε από το σπίτι, μέχρι που μια γριά γυναίκα βγήκε από την πόρτα. Αν και φαινόταν καλόκαρδη, ήταν στην πραγματικότητα μια κακιά μάγισσα που έχτιζε γλυκά σπίτια για να παγιδεύει παιδιά. Το επόμενο πρωί, φυλάκισε τον Χάνσελ σε ένα σιδερένιο κλουβί για να τον παχύνει και να τον φάει, ενώ ανάγκασε την Γκρέτελ να δουλεύει σκληρά και να μαγειρεύει για τον αδελφό της. Κάθε μέρα, η μάγισσα, που είχε αδύναμη όραση, ζητούσε από τον Χάνσελ να βγάλει το δάχτυλό του για να δει αν είχε παχύνει. Εκείνος όμως, με δαιμόνια σκέψη, της άπλωνε ένα ξερό κόκαλο, παραπλανώντας την για εβδομάδες.

Όταν η υπομονή της μάγισσας εξαντλήθηκε, διέταξε την Γκρέτελ να ετοιμάσει τον φούρνο. Σκόπευε να ψήσει και το κορίτσι μαζί με τον αδελφό της. Ζήτησε από την Γκρέτελ να μπει μέσα για να δει αν η φωτιά ήταν έτοιμη, όμως το κορίτσι, καταλαβαίνοντας την παγίδα, προσποιήθηκε πως δεν ήξερε πώς να το κάνει. Η μάγισσα, οργισμένη, έσκυψε η ίδια για να της δείξει τον τρόπο. Τότε η Γκρέτελ, με μια γρήγορη κίνηση, την έσπρωξε βαθιά μέσα στον φούρνο και έκλεισε τη σιδερένια πόρτα.

Η Γκρέτελ ελευθέρωσε τον Χάνσελ και μαζί γέμισαν τις ποδιές τους με μαργαριτάρια και πολύτιμα πετράδια που βρήκαν στο σπίτι της μάγισσας. Μετά από μεγάλη περιπλάνηση, και αφού μια πάπια τους βοήθησε να διασχίσουν ένα μεγάλο ποτάμι, βρήκαν ξανά το πατρικό τους σπίτι. Η μητριά είχε πια πεθάνει και ο πατέρας τους, που δεν είχε βρει ούτε μια στιγμή γαλήνης από τις τύψεις, τα υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς. Με τους θησαυρούς που έφεραν μαζί τους, οι μέρες της πείνας πέρασαν ανεπιστρεπτί και έζησαν όλοι μαζί με ευτυχία και αφθονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου