Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η Ωραία του Κοιμωμένου Δάσους

Η Ωραία του Κοιμωμένου Δάσους

(Κατά την παράδοση του Σαρλ Περώ και των Αδελφών Γκριμ)

Πριν από πολλά χρόνια, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που κάθε μέρα έλεγαν «Αχ, μακάρι να είχαμε ένα παιδί», όμως το παιδί δεν ερχόταν ποτέ. Ώσπου μια μέρα, ενώ η βασίλισσα βρισκόταν στο λουτρό, ένα βατράχι βγήκε από το νερό και της προφήτευσε πως πριν περάσει ένας χρόνος, θα αποκτούσε μια κόρη. Όπως και έγινε. Ο βασιλιάς, τρελός από χαρά, διοργάνωσε μια μεγαλοπρεπή γιορτή, καλώντας

όχι μόνο τους συγγενείς του, αλλά και τις Μοίρες του βασιλείου, για να χαρίσουν στο παιδί την ευλογία τους.

Στο βασίλειο υπήρχαν δεκατρείς Μοίρες, όμως ο βασιλιάς είχε μόνο δώδεκα χρυσά πιάτα, κι έτσι αναγκάστηκε να αφήσει μία απέξω. Όταν η γιορτή έφτασε στο τέλος της, οι Μοίρες άρχισαν να προσφέρουν τα μαγικά τους δώρα: η μία χάρισε στην πριγκίπισσα την αρετή, η άλλη την ομορφιά, η τρίτη τον πλούτο και ούτω καθεξής, μέχρι που το παιδί είχε προικιστεί με ό,τι καλύτερο υπάρχει στον κόσμο. Καθώς η ενδέκατη Μοίρα ολοκλήρωνε την ευχή της, η δέκατη τρίτη, που δεν είχε προσκληθεί, εισέβαλε στην αίθουσα γεμάτη οργή. Δίχως να χαιρετήσει κανέναν, φώναξε με φωνή βροντερή: «Όταν η βασιλοπούλα γίνει δεκαπέντε ετών, θα τρυπηθεί από το αδράχτι μιας ανέμης και θα πέσει νεκρή!».

Ένας τρόμος απλώθηκε στην αίθουσα, όμως τότε εμφανίστηκε η δωδέκατη Μοίρα, που δεν είχε προλάβει ακόμα να δώσει το δώρο της. Μην μπορώντας να αναιρέσει την κατάρα, τη μετρίασε: «Δεν θα είναι θάνατος, αλλά ένας βαθύς ύπνος που θα κρατήσει εκατό χρόνια». Ο βασιλιάς, θέλοντας να σώσει το παιδί του, διέταξε να καούν όλες οι ανέμες στο βασίλειο. Όμως, την ημέρα που η πριγκίπισσα έκλεινε τα δεκαπέντε της χρόνια, περιπλανήθηκε μόνη στο παλάτι και έφτασε σε έναν παλιό πύργο. Εκεί, σε μια μικρή σοφίτα, μια γριά έγνθε το λινάρι της. Η πριγκίπισσα, από περιέργεια, άπλωσε το χέρι της να πιάσει το αδράχτι. Μόλις το άγγιξε, η προφητεία εκπληρώθηκε· τρυπήθηκε και έπεσε σε έναν λήθαργο που παρέλυσε τα πάντα.

Μαζί της κοιμήθηκε ολόκληρο το παλάτι: ο βασιλιάς και η βασίλισσα στον θρόνο τους, οι ιππότες στις θέσεις τους, τα άλογα στον στάβλο, ακόμα και η φωτιά στην κουζίνα σταμάτησε να τρεμοπαίζει. Γύρω από τον πύργο άρχισε να μεγαλώνει ένας πυκνός φράχτης από αγκάθια, που χρόνο με τον χρόνο γινόταν όλο και πιο ψηλός, κρύβοντας το παλάτι από τα μάτια του κόσμου. Πολλοί πρίγκιπες επιχείρησαν να διαβούν τον φράχτη, όμως τα αγκάθια τους παγίδευαν σαν χέρια και πέθαιναν εκεί με τρόπο μαρτυρικό.

Όταν συμπληρώθηκαν ακριβώς τα εκατό χρόνια, ένας νέος πρίγκιπας έφτασε στην περιοχή. Εκείνη τη μέρα, ο φράχτης δεν είχε αγκάθια, αλλά πανέμορφα λουλούδια που παραμέριζαν μόνα τους για να τον αφήσουν να περάσει. Προχώρησε μέσα στη σιωπή του παλατιού, ανέβηκε στον πύργο και είδε την πριγκίπισσα να κοιμάται, τόσο όμορφη που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά. Εκείνη τη στιγμή, οι εκατό χρόνοι έληξαν. Η πριγκίπισσα άνοιξε τα μάτια της, ο βασιλιάς και η αυλή ξύπνησαν, η φωτιά στην κουζίνα φούντωσε ξανά και η ζωή επέστρεψε στο παλάτι σαν να μην είχε περάσει ούτε μια στιγμή. Σύντομα τελέστηκαν οι γάμοι τους και η ευτυχία τους κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου