πίναν οι γάιδαροι νιρό πάω κι εγώ εκεί κουντά για να πιώ καμιά χουφτιά κι αρχινίσαν την κλωτσιά! Δρόμο παίρνω, δρομ’ αφήνου διψασμένος θ’ απομείνου. Αρχή του παραμυθιού: καλησπέρα στην αφεντιά σαs
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Στην αγορά του Σαββάτου τ' άλογα που ήταν για πούλημα μιλούσαν κάτου απ τη λεύκα για τη ζωή τους. Κι ένα κόκκινο άλογο, κουρασμένο, με το κεφάλι χαμηλά, τους διηγιόταν τα θαυμάσια των ταξιδιών του.
Κάμπους απέραντους στο λιοπύρι εδιάβηκε, δασωμένες ρεματιές με κελαηδιστό νερό το ξεκούρασαν. Σε παρθένα χιόνια βυθίστηκαν τα πέταλά του —από θύελλες μαστιγώθηκε, σε λαμπρές φωτιές εστέγνωσε— στη ζέστη παχνιών* αρχοντικών κοιμήθηκεν ύπνο βαθύ. Για τον καβαλάρη του μιλούσεν ώρα πολλή και για τις πολιτείες που τον χαιρετούσαν από μακριά με τους θόλους των* και τα καμπαναριά των...
— Παράξενο! του είπαν. Έτσι άρρωστο και κοκαλιάρικο δοκίμασες τέτοιες δόξες;
— Είν' αλήθεια, είπε τ' άλογο, πως σ' όλη μου τη ζωή με δεμένα τα μάτια γύριζα μαγκανοπήγαδο*. Μα ο Θεός ήξερε να τιμωρήσει τον άνθρωπο που με σκλάβωσε, χαρίζοντάς μου τη φαντασία.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου