Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ο γέροντας και το σιτάρι Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος, όσο οι υπήκοοί του ήταν νέοι και δούλευαν, τους φρόντιζε, αλλά µόλις περνούσαν τα χρόνια και δεν µπορούσαν πια να δουλέψουν, έδινε εντολή να τους θανατώνουν. Ένα παλικάρι όµως, που αγαπούσε πολύ τον πατέρα του και δεν ήθελε να τον χάσει, για να τον γλιτώσει, τον έκρυψε σε ένα ξεροπήγαδο. Κι ύστερα πήγαινε κάθε µέρα, τον έβλεπε και του έδινε ψωµί και νερό. Πέρασαν οι µήνες κι ήρθε µεγάλη ξηρασία στον τόπο. ∆εν έβρεχε καθόλου και δεν µπορούσαν να σπείρουν τίποτα. Σύντοµα έπεσε µεγάλη πείνα στο βασίλειο και φάγανε όλο το σιτάρι. Έτσι, όταν άρχισε να βρέχει, δεν είχε µείνει κανένας σπόρος για να σπείρουν. Μια από αυτές τις δύσκολες µέρες, λοιπόν, αναγκάστηκε ο γιος να πει στον πατέρα του τι συµβαίνει κι ότι σε λίγο καιρό δε θα µπορούσε πλέον να του φέρνει ψωµί, αφού είχε σωθεί κάθε σπόρος σιταριού. Και τότε ο πατέρας του τον συµβούλεψε να πάει να σκάψει βαθιά µέσα στις µυρµηγκοφωλιές. Εκεί θα έβρισκε σιτάρι. Λιγοστό, ναι µεν, αλλά ικανό να του δώσει αρκετά στάχυα, ώστε να ξαναρχίσει να υπάρχει σιτάρι στη χώρα. Έτσι κι έγινε. Το παλικάρι έκανε ακριβώς αυτό που του είπε ο πατέρας του και σε λίγο καιρό ήταν ο µοναδικός σε όλη τη χώρα που είχε ένα χωράφι µε φυτρωµένο σιτάρι! Το γεγονός αυτό έφτασε σύντοµα στα αυτιά του βασιλιά. Κάλεσε, το λοιπόν, ο βασιλιάς το παλικάρι και του είπε: - Πες µου, σε παρακαλώ, πού βρήκες το σιτάρι; - Στη σοφία του γέρου πατέρα µου, τον οποίο εσύ, βασιλιά µου, διέταξες να θανατώσουν ως άχρηστο, µόλις γέρασε… Οι γιοι που µάλωναν Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός που είχε τρεις γιους, που µάλωναν συνεχώς µεταξύ τους. Ο γεωργός το έβλεπε αυτό κι ανησυχούσε, αλλά καθησύχαζε τον εαυτό του λέγοντας «Είναι µικροί ακόµη. Όταν µεγαλώσουν θα στρώσουν!». Τα χρόνια όµως περνούσαν κι οι καβγάδες µεταξύ των γιων δε σταµατούσαν, αλλά αντίθετα χειροτέρευαν. Καθηµερινά τους έλεγε πολλά για να τους µονοιάσει, αλλά αυτοί δεν άκουγαν! Κι ο γεωργός ήταν πολύ δυστυχισµένος, γιατί καµιά συµβουλή του δεν έπιανε τόπο. Μια µέρα, όταν οι γιοι γύρισαν στο σπίτι, µετά από τις δουλειές τους, βρήκαν ένα δεµάτι µε ξύλα µέσα. Ο πατέρας τους τούς είπε να καθίσουν κι έδωσε στον καθένα από ένα ξύλο και τους είπε να το σπάσουν. Κι όλα τα παιδιά το έσπασαν αµέσως και πολύ εύκολα. Ύστερα, πήρε όλο µαζί το δεµάτι µε τα ξύλα και πάλι τους το έδωσε να το σπάσουν. Οι γιοι έβαλαν όλη τους τη δύναµη, µα κανένας δεν κατάφερε να το σπάσει. Τότε ο πατέρας τους γύρισε και τους είπε: «Αν είστε µαλωµένοι και µόνοι σαν καθένα από αυτά τα ξύλα, εύκολα µπορεί να σας τσακίσει οποιοσδήποτε. Όταν όµως είστε µονιασµένοι κι όλοι µαζί, όπως αυτό το δεµάτι µε τα ξύλα, κανείς δεν µπορεί να σας βλάψει». Η νύφη µε το αλάτι Μια φορά κι έναν καιρό ήταν µια µάνα, που είχε δύο παιδιά, έναν γιο και µια κόρη. Τα παιδιά της ήταν µεγάλα κι είχαν τις οικογένειές τους. Η µάνα, που είχε χάσει τον άντρα της, έµενε µε τον γιο και περνούσε καλά στο σπίτι του. Αλλά, από ένα σηµείο και µετά η νύφη, λίγο πριν να σερβίρει το φαγητό, άρχισε να ρίχνει µια χούφτα αλάτι στο πιάτο της,. Η καηµένη η µάνα, µια από εδώ το γύριζε, µια από εκεί το γύριζε, έτρωγε όσο µπορούσε, αλλά δεν έλεγε τίποτα στον γιο της, για να µην µαλώσει µε την γυναίκα του. Μια µέρα δεν άντεξε άλλο και λέει «θα πάω να µείνω λίγο και στην κόρη µου». Έτσι και έκανε. Η κόρη της, πράγµατι, την καλοδέχθηκε. Όταν, όµως, πέρασαν µια δυο βδοµάδες, η κόρη την βαρέθηκε και δεν ήξερε πως να την διώξει. Σφάζει, λοιπόν, µια µέρα ένα κοτόπουλο, το κόβει και βάζει τα µπούτια µέσα στον ντορβά της µάνας. Μετά από λίγο, πηγαίνει, ανοίγει τον ντορβά µπροστά στην µάνα της, βγάζει τα µπούτια και λέει: -Μάνα τι έκανες; -Τι έκανα, κορίτσι µου; -Τι έκανες;! Έβαλες αυτά τα µπούτια µέσα στο ντορβά σου, για να τα πας στα άλλα τα εγγόνια σου. -Όχι βρε κορίτσι µου, δεν έκανα εγώ τέτοιο πράγµα! -Όχι, τα πήρες! Ορίστε! Και της έδειξε πάλι τα µπούτια που είχε βρει στο ντορβά της. Τότε η καηµένη η µάνα, πήρε τον ντορβά κι έφυγε κλαίγοντας. Έκλαιγε, έκλαιγε σε όλο το δρόµο κι έλεγε «Αλµυρό, ξαλµυρό, στου γιου µου την γωνίτσα! Αλµυρό, ξαλµυρό, στου γιου µου την γωνίτσα». Την ώρα, όµως, που περνούσε µέσα από τα χωράφια ο γιος της όργωνε, άκουγε τη φωνή της και σκεφτόταν «Μα, γιατί κλαίει αυτή η γυναίκα; Και τι εννοεί µε αυτή τη φράση; Η φωνή της, πάντως, µοιάζει πολύ µε τη φωνή της µάνας µου, αλλά η µάνα µου λείπει». Το βράδυ πάει ο γιος στο σπίτι και βρίσκει εκεί την µητέρα του. -Τι έγινε µάνα ήρθες; -Ήρθα, παιδί µου, φτάνει τόσο που έκατσα στην αδερφή σου! Βαρέθηκα. Το βράδυ κάθονται να φαν, αλλά η νύφη ρίχνει πάλι µια χούφτα αλάτι στο πιάτο της πεθεράς της. Ο άντρας της, όµως της λέει: - Απόψε θα αλλάξετε πιάτα. Θα φας εσύ το πιάτο της µάνας µου κι αυτή το δικό σου! - Μα δεν γίνεται αυτό! Είπε η νύφη. -Όχι αυτό το πιάτο θα φας! Κι η νύφη υποχώρησε και δεν ξανάβαλε ποτέ ξανά αλάτι στο πιάτο της πεθεράς της… Η ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΝΥΦΗ Στα παλιά τα χρόνια ήταν µια πεθερά και µια νύφη. Ζούσαν µαζί. Η νύφη δεν ήξερε να µαγειρεύει και πάντα ρωτούσε την πεθερά της. -Μητέρα πως κάνουν αυτό το φαγητό; Και η πεθερά της εξηγούσε. Αλλά µόλις της έδειχνε πώς το κάνουν η νύφη έλεγε: -Αααα...ξέρω πως το κάνουν, απλά έτσι θέλω και σε ρωτάω. Κάθε µέρα γινόταν το ίδιο πράγµα. Η πεθερά είχε αρχίσει να θυµώνει. Μια µέρα, το λοιπόν, η νύφη ήθελε να κάνει σαρµαδάκια και ρωτάει πάλι την πεθερά της: -Μητέρα, πώς τα κάνεις τα σαρµαδάκια; Κι εκείνη, έτσι όπως ήτανε αγανακτισµένη από την συµπεριφορά της νύφης της, της λέει. -Να βάλεις το ρύζι, τον κιµά, να βάλεις κι άχυρο χοντρό. Και µετά βράσε τα καλά! Αλλά, πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, η νύφη αναφώνησε: -Αααα..., ξέρω πως το κάνουν, απλά έτσι θέλω και σε ρωτάω! Ήρθε το βράδυ κι ο άντρας της νύφης (και γιος της πεθεράς) επέστρεψε από το χωράφι και κάθισαν όλοι µαζί να φάνε. Παίρνει ο άντρας της να φάει, αλλά αµέσως φτύνει την µπουκιά! Τι φαγητό είναι αυτό;! Βλέπω καλά; Άχυρα είναι αυτά που κρέµονται;. -Να, η µάνα σου έτσι µου είπε να το κάνω, αντιγύρισε η νύφη. -Τι φαγητό, βρε µάνα, είναι αυτό; -Τι να κάνω παιδί µου; Κάθε µέρα η γυναίκα σου µε ρωτάει «πώς να κάνω αυτό το φαγητό, µητέρα» και µόλις της λέω πως γίνεται, µου λέει «ξέρω πως γίνεται, απλά έτσι θέλω και ρωτάω». Αφού λοιπόν κάθε µέρα ξέρει πως γίνεται το φαγητό, απλά έτσι θέλει και ρωτάει, σήµερα της είπα να βάλει άχυρο στα σαρµαδάκια κι αυτή έβαλε! Η νύφη δαγκώθηκε! Κατάλαβε όµως, πόσο λάθος ήταν η συµπεριφορά της απέναντι στην πεθερά της κι από τότε δεν της ξαναείπε ποτέ ξανά τη φράση «ξέρω πως γίνεται, απλά έτσι θέλω και ρωτάω»!
ΚΑΚΙΑ ΠΕΘΕΡΑ Κάποτε ήτανε µια πεθερά, πολύ κακιά και την νύφη της την έβαζε συνέχεια να κάνει δύσκολες δουλειές που δεν µπορούσε να τις κάνει. Μια µέρα, λοιπόν, την έστειλε στο ποτάµι και της έδωσε µια µαύρη προβιά. - Αν δεν την κάνεις άσπρη, να µη γυρίσεις στο σπίτι! Πήγε η νύφη η καηµένη στο ποτάµι έπλενε και έπλενε την προβιά αλλά το µαύρο γίνεται άσπρο; ∆εν γίνεται! Τι να κάνει η καηµένη; Κάθισε σε µια πέτρα απελπισµένη και φώναξε «Αχ θεέ µου, κάνε µε, µια αρκούδα να πάω να φάω την πεθερά µου, να γλιτώσω!». Κι αµέσως έγινε µια µεγάλη αρκούδα και κίνησε για το σπίτι για να φάει την πεθερά της . Αλλά µόλις είδε η πεθερά της την αρκούδα, φώναξε: -Αµάν! Μια αρκούδα! Κι η νύφη µου πλένει στο ποτάµι.. Πω, πω, θα την φάει! Όταν το άκουσε αυτό η νύφη, που ήταν µεταµορφωµένη σε αρκούδα είπε: - Αχ..., η πεθερά µου νοιάζεται για µένα! ∆εν θα την φάω! Και γύρισε στο ποτάµι! Η ΜΑΝΝΑ Η ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΥΚΙΑ,


Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε µια µάνα και µια κόρη. Η κόρη κάθε καλοκαίρι έσπερνε κουκιά και όταν ξεραινότανε πήγαινε και τα µάζευε, για να τα µαγειρέψουνε το χειµώνα. Μια χρονιά, την ώρα που θα πήγαινε να µαζέψει τα κουκιά, της λέει η γριά µάνα της «Θα έρθω κι εγώ να σε βοηθήσω!». Μόλις φτάσανε στο χωράφι η µάνα έβαλε ένα κουκί στο στόµα. Κι όση ώρα µαζεύανε τα κουκιά, το γύριζε απ’ εδώ, το γύριζε απ’ εκεί, αλλά µια και δεν είχε δόντια, δεν κατάφερνε να το σπάσει και να το φάει, τόσο ξερό που ήταν. Η κόρη την κοιτούσε ενοχληµένη, γιατί νόµιζε ότι η µάνα της έτρωγε συνέχεια κουκιά και κάποια στιγµή της λέει: -Άντε µάνα, πάµε να φύγουµε, φτάνει τόσα κουκιά που µαζέψαµε! -Μα, κόρη µου, γιατί να φύγουµε; Τόση δουλειά έχουµε! -Άντε, µάνα, να φύγουµε! Φτάνει τόσο! Εκεί που µιλούσαν της λέει η µάνα: -Απ’ την ώρα που ήρθαµε, έχω βάλει ένα κουκί στο στόµα µου, αλλά δεν µπορώ να το φάω µε τίποτα! Μόλις το άκουσε αυτό η κόρη, κοντοστάθηκε. -Ναι, µάνα;! Τότε, δεν θέλω να φύγουµε! Έχουµε πολλά κουκιά να µαζέψουµε ακόµη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου